Απο την εποχή της Τουρκοκρατίας ξεκινάει αυτή η ατάκα και συγκεκριμένα από το κρέμασμα και το παλούκωμα που επιβαλλόταν ως θανατική ποινή σε ορισμένους κατάδικους. Ηταν φρικτό μαρτύριο και για να θανατωθεί κάποιος έτσι σήμαινε πως ήταν άξιος βασανιστικού και ατιμωτικού θανάτου. Ενός θανάτου που ταίριαζε σε έναν ανυπόληπτο άνθρωπο.

Αργότερα θεωρήθηκαν ως ανυπόληπτοι οι γελωτοποιοί, οι ηθοποιοί, οι ζογκλέρ, κλπ γιατί θεωρείτο πως δεν είχαν υπόληψη όταν έφταναν στο σημείο να κάνουν πράγματα που ήταν έξω από τον πολιτισμικό κώδικα δεοντολογίας που ίσχυε (π.χ. πηδούσαν παλούκια, κοντάρια, κλπ)

Η φράση είναι ανάλογη της φράσης «εξώλης και προώλης» και αναφέρεται για άνθρωπο που υποκειμενικά θεωρούμε βάσει του πολιτισμικού συστήματος αξιών που υιοθετούμε, πως είναι εντελώς διεφθαρμένος.

Το σύστημα αυτό επηρεάζεται από τις ισχύουσες κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες (περιοχής/εποχής) και μπορεί να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Ο Μένιος συστήνει τη Λάουρα στην αδερφή του, την Ιουστίνη, που είναι μοναχή. Η Λάουρα είναι ντυμένη στο στύλ ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Οταν τα αδέλφια μένουν μόνα τους, ο Μένιος τη ρωτάει:

Μένιος: - Πώς σου φαίνεται η Λάουρα; Λέω να την παντρευτώ και θέλω τη γνώμη σου.

Ιουστίνη: - Πώς να μου φανεί; Τού σκοινιού και του παλουκιού είναι. Οτι και να σου πω λίγο είναι. Εσύ πρέπει να πάρεις παρθένα. Κι αυτή ...το πολύ πολύ να 'ναι Παρθένος ... στο ζώδιο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
krepsinis

Ωραίος ο παίχτης. Σκίσε το 5στερο σου...

#2
Galadriel

Ε, ναι.

#3
Hank

Είμαι σίγουρος πως η αδελφή Ιουστίνη θα τα βρει πολύ καλά με Tom Pousti!

#4
GATZMAN

Πάντως και τα 3 ονόματα έχουν κοινό πεδίο (ουστι).

#5
GATZMAN

Τι θέλει να πει το υποσυνείδητο τώρα; Δύο εγραψα. Πώς βγηκε τρία. Η λανθάνουσα γλώσσα βγαίνει στο πληκτρολόγιο.

#6
GATZMAN

Μερσί!

#7
vikar

Κούνησα κι εγώ το κωλαράκι μ', δε λέω! Ζήλευα την Αλόη. Ήθελα να κάνω τα ίδια καμώματα: Ναι, ναι, τολμώ να ομολογήσω ότι τον προκάλεσα. Ό,τι έγινε έγινε. Δεν κάθισα με άδεια χεράκια. Μη νομίσεις όμως, δεν ήμουνα του σχοινιού και του παλουκιού. Πονεμένο ήμουνα. Από τότε κανένας άλλος δε με πήρε ποτέ, να πέσει η πολυκατοικία να με πλακώσει αν λέω ψέματα.

(Θ. Γρηγοριάδης, «Το Παρτάλι», Πατάκης, 2001)