Κρητική, Ανωγειανή / Μυλοποταμίτικη (άρα και Ηρακλειώτικη) λέξη που σημαίνει ξεψαρώνω γενικότερα στη ζωή και τη συμπεριφορά μου, και λόγω βιολογικής ωρίμανσης παρά, ας πούμε, απόκτησης εμπειρίας. Ξετζανώνει κυρίως η κοπελιά στο τέλος της παιδικής και στην αρχή της εφηβικής ηλικίας, όταν το κορίτσι που μέχρι τότε ήταν ψακώμενο (πεισματάρικο και κακιασμένο, αλλά και ντροπαλό) αρχίζει να ξετζανώνει, να ξεθαρρεύει δηλαδή, και ταυτόχρονα να μαλακώνει, να θηλυκώνει, να ανακαλύπτει και να ζαχαρώνει.

Λέγεται και προς αγόρια, με την έννοια ότι ο πιτσιρικάς αρχίζει να το παίζει άντρας, αλλά νομίζω πιο σπάνια.

Ετυμολογία: δεν ξέρω, ίσως αυτό το -τζαν- να έχει να κάνει με το λατινογενές τζόβενο, το νεαρό άτομο κλπ.

- Μωρή, γιατί δεν επήγες στ' Αγγλίκα, αγαπάς μωρή; [=«είσαι ερωτευμένη;» στα Ανωγειανά]
- Ααααχ, με τρεζαίνει [=τρελαίνει] μωρή ο Στεφανής....
- Γιάε [δες] την-ε που εξετζάνωσε....

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
Vrastaman

Παρακαλείται ο Χεσούς όπως μεσολαβήσει για την αφαίρεση του «Κρήτες αεί ψεύσται, κακά θηρία, γαστέρες αργαί» από τα πρακτικά της συνεδρίασης.

#2
GATZMAN

Αψογος!

#3
jesus

εεεεεε;;;;;;;;;

#4
deinosavros

Το ρήμα να μην εκληφθεί βεβαίως ως ξεψυχάω, αλλά can (τζαν) είναι στα τούρκικα η ψυχή. Μπας κι έχουμε κάνα περίεργο συνειρμό εδώ;