Ο γκαζάκιας, αυτός που τρέχει πολύ με το αυτοκίνητο ή με τη μηχανή του χωρίς όμως να έχει ιδιαίτερες ικανότητες στην οδήγηση. Συνήθως το κάνει εκεί που υπάρχει κόσμος, για επίδειξη, με αποτέλεσμα να γίνεται επικίνδυνος για τους υπόλοιπους. Γκαζοφονιάδες θα μπορούσαν να είναι οι κάγκουρες και τα σπατάνια, αλλά αυτοί συνήθως κυκλοφορούν με πολύ αργή ταχύτητα και δυνατά τη μουσική για να τους προσέχουν οι γύρω.

- Πάμε εκδρομή την Κυριακή στην Χαλκίδα. Θα οδηγεί ο Βασίλης. - Τι λες ρε, είσαι τρελός που θα μπω εγώ σε αυτόν τον γκαζοφονιά; Προτιμώ να πάω με το ΚΤΕΛ και να χάσω την ώρα μου περιμένοντας παρά να πάω με τον Βασίλη και να είμαι εκεί σε μισή ώρα και να’ χω κλάσει πατάτες!

"...χωρίς όμως να έχει ιδιαίτερες ικανότητες στην οδήγηση" (από Galadriel, 01/03/09)

Βλέπε και ο φονέας των δρόμων, καυλοτίμονος, καυλόγκαζο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
senekas

και γκαζοκίλερ

#2
iron

παρραλαγή προς το ηπιότερο μάλλον, ο καυλοτίμονος.

#3
maria brozou

το έχω ακούσει συχνότερα ως γκαζοκίλλερ

#4
johnblack

O ορισμός αποτελεί κλασικό παράδειγμα υπερ-ερμηνείας και οντολογικής σπατάλης.

Γκαζοφονιάς είναι απλά και μόνον αυτός που τρέχει, τρέχει πολύ γιατί καυλώνει με την ταχύτητα, που έχει κάνει το πεντάλ του γκαζιού παντόφλα. Ως εκεί.

Είναι αδιάφορο το πόσο καλός οδηγός είναι, μπορεί να είναι χεράς, μπορεί και κουλός. Μπορεί να το κάνει στην πλατεία του Μπουρναζίου για να γυρίσουν να κοιτάξουν τα γκομενάκια, μπορεί όμως και να πίνει το αίμα του εργαλείου του στην Αττικιά οδός, μόνος, τρεις η ώρα τα ξημερώματα, έτσι για το ξεκαύλωμα.

Εν προκειμένω ο φίλος δεν αρκέστηκε στο προφανές, αλλά κατατρυχόμενος πιθανότατα από ένα είδος φιλολογικού horror vacui, αισθάνθηκε την ανάγκη να συμπληρώσει τον ορισμό με στοιχεία πρόσθετα, τα οποία δεν είναι απλώς περιττές σάλτσες, αλλά παραπλανούν και αποπροσανατολίζουν. Όλοι λίγο πολύ έχουμε πέσει σ' αυτή τη λούμπα, και καλό θα ήταν αν το παρόν λειτουργούσε ως αντιπαράδειγμα.