Πρέπει να πιστέψουμε σε έναν κόσμο έξω από την δική μας αντίληψη. Πρέπει να πιστέψουμε ότι οι ανθρώπινες πράξεις διατηρούν το νόημά τους, ακόμα κι όταν δεν τις θυμόμαστε. Πρέπει να πιστέψουμε ότι ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και όταν κλείνουμε τα μάτια.
.....................................................................................................................................

Όλα αυτά που υπάρχουν γύρω μας, η οθόνη του υπολογιστή, οι τοίχοι, οι δρόμοι, η γόπα που καίει ακόμα στην άσφαλτο, το κόκκινο μηχανάκι που σταμάτησε και άφησε τη συνοδηγό με αντάλλαγμα ένα φιλί, τα δέντρα που άνθισαν, όλα αυτά, με τις λεπτομέρειές τους, τα χρώματά τους, τους ήχους τους, τις διαπλοκές τους και μέσα σ’ αυτά κι εμείς, με τις χίλιες σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας, όλον μας τον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή μέσα στον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή, όλα αυτά θα πεθάνουν μόλις σκοτεινιάσει η μέρα ή μόλις σκοτεινιάσει η μνήμη μας γιατί θα χαθούν και θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Κι εμείς μαζί μ’ αυτά, δεν γλιτώνουμε, εμείς, ο Γιώργος, ο Μανώλης, η Όλγα της 11ης Απριλίου και της οκτώ, οκτώ και κάτι το σούρουπο, κι ένας νέος εαυτός μας θα πάρει τη θέση μας σε μία ώρα, σε δυο λεπτά, τώρα και τώρα και τώρα ξανά. Και ποιος ξέρει αν όλοι αυτοί οι διαδοχικοί εαυτοί μας που στέκονται μπροστά στην οθόνη και γράφουν και διαβάζουν ο καθένας με τη σειρά του στον υπολογιστή, ποιος ξέρει αν όλοι αυτοί είναι το ίδιο πρόσωπο ή αυτό το ένα πρόσωπο δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ.

Το σκοτάδι είναι ο πρωταρχικός μας φόβος: ο φόβος της ακατανόητης και αδυσώπητης απώλειας. Και η νύχτα, για το απαράλλαχτο πανάρχαιο κομμάτι της φύσης μας, είναι η κυριαρχία του σκότους.

Όσο όμως η απειλή της νύχτας πέφτει στις πόλεις και τους δρόμους μας, εμείς γραπωνόμαστε από τη ζωή με πείσμα. Κι εκεί βρίσκουμε και τους άλλους ανθρώπους. Και γελώντας θυμωμένα, πυρετικά ή γαλήνια στα μούτρα μιας νύχτας που μπορεί να μην ξημερώσει ποτέ, συναντιόμαστε γύρω από τραπέζια, πάνω από ποτηράκια κρασί, μέσα σε πλήθη ή σε μικρές παρέες, γνωριζόμαστε, ερωτευόμαστε, πονάμε και γιατρευόμαστε.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή, και το σκοτάδι παίρνει από εμάς ομήρους, μας κλέβει μνήμες-κομμάτια του εαυτού μας και τα σκορπίζει στη λήθη. Εμείς της συντρίβουμε την κεφαλή και αυτή μας δαγκώνει την φτέρνα. Και τότε, όλα αυτά που ζήσαμε και χάσαμε τα παίρνει η νύχτα.

Υ.Γ. Κι όχι αυταπάτες προπαντός: Ακόμα και όταν διασώσουμε τις αναμνήσεις μας, δεν είναι καθόλου σίγουρο αν οι αναμνήσεις αυτές είναι κάτι που έχουμε ή κάτι που έχουμε πια χάσει. Η νύχτα κερδίζει διαφορετικά: κρατά την πραγματικότητα και μας αφήνει την αόριστη γοητεία της στη μνήμη μας.

Και σ' αυτήν την περίπτωση, το πήρε η νύχτα.
.....................................................................................................................................

© εν μέρει, σε ορισμό και παράδειγμα:

Christopher Nolan, Memento
Γιώργος Σεφέρης, Η Στέρνα
Αγία Γραφή, Γένεσις
Μανώλης Αναγνωστάκης, Επίλογος
Χρήστος Θηβαίος, Καλή σου νύχτα
Κ.Π. Καβάφης, Καισαρίων
Τάκης Σιμώτας, Νίκος Παπάζογλου, Κανείς εδώ δεν τραγουδά
Σωκράτης Μάλαμας, Τίποτα δε χάθηκε

- Τι κάνεις εκεί ρε με το κρασί;
- Ξέρεις πως μ' αρέσει αυτό το τραγούδι... «Θυμήθηκα που πίναμε σε τούτο το τραπέζι...» Τι λες να γίνονται όλες οι στιγμές που περνάν και χάνονται; Ζούνε μέσα μας; Πεθαίνουν; Σβήνουν για πάντα; Βγάζω νόημα ή γυαλίζει το μάτι μου;
- Και τα δύο... Ποιες στιγμές;
- Τόσο είχε ο μήνας και τότε, αλλά ξημέρωνε Σάββατο, όχι Κυριακή. Της μιλούσα, μου μιλούσε, ακούγαμε την μπάντα των παιδιών από την Τούμπα, τα θυμάσαι τα παιδιά; Μετά πιο κοντά, μετά το φιλί. Κι ύστερα πέρασαν χρόνια, Σαλονίκες, Αθήνες, τηλέφωνα, σαββατοκύριακα, εκδρομές. Και μετά χώρια. Άλλα τόσα χρόνια. Κι από όλα αυτά, στο τέλος βρέθηκα με μισό κουτί αντικείμενα που δεν μου μιλάνε, δε λένε τίποτα. Γι' αυτό σε ρωτάω, που πήγαν οι στιγμές που ζήσαμε;
- Τις πήρε η νύχτα, αδερφέ, τις πήρε η νύχτα...
- ...
- Δεν μου είπες, τι έκανες με το κρασί;
- Όποτε παίζει αυτό το τραγούδι και βρεθώ να τα πίνω πάνω σε χωματένιο πάτωμα, ρίχνω ζούλα λίγο κρασί καταγής.
- Αυτό δεν το κάνουν για τους νεκρούς; Η δικιά σου δεν πέθανε πια. Μην το παρατραβάς!
- Ναι, έχεις δίκιο... Άκου τι έβαλε: «Τίποτα δε χάθηκε ποτέ από κανέναν»...

(από Mr. Cadmus, 11/02/12)"Eternal Sunshine of the Spotless Mind" (2004). (από patsis, 15/12/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
patsis

Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι: Το slang.gr είναι και πρέπει να παραμείνει λεξικό, έστω και αντισυμβατικό και μάλιστα εξαιρετικό. Με την παραπάνω καταχώρηση μου δεν έχω σκοπό να το εκτρέψω σε κάτι άλλο, καταχρώμενος την άμεση δημοσιότητα του ιστοτόπου. Πιστεύω ότι έδωσα έναν ορισμό, αν και κατά κάποιο τρόπο φορτισμένο και, συνεπώς, ιδιαίτερα υποκειμενικό. Θεώρησα όμως πως η ίδια η αναλυόμενη έκφραση, έτσι όπως την αντελήφθην ακούγοντάς την, είχε κάτι το διαφορετικό που άξιζε κάπως να αποδοθεί. Όπως και νά 'χει, ο καθένας κρίνει (και, αν θέλετε, ψηφίζει ή δεν ψηφίζει) κατά βούληση. Κάθε αντίρρηση σεβαστή. Και καλή καρδιά, έτσι;

#2
iron

τι έχεις πάθει ρε πάτση τελευταία; όλο αυτοψυχοψαξίματα μου είσαι (ναι, θα το βάλω σε λιγάκι το λήμμα αυτό)... να γελάσω ή να στεναχωρηθώ, δεν έχω καταλάβει!

#3
patsis

Ironick το παραπάνω λήμμα το είχα στο πρόχειρό μου και το κοιτούσα, το κοιτούσα... Ώσπου, μόλις πλησίασε το σαββατοκύριακο όλα μου έκαναν κλικ.

Μπορώ πάντως να πω ότι δεν με βλέπω να επαναλαμβάνω τόσο «αγέλαστη» προσέγγιση σε λήμμα ξανά στο εγγύς μέλλον.

Περιμένω με ανυπομονησία το «αυτοψυχοψάξιμό» σου!

#4
ο αυτοκτονημενος

είναι απλό
όταν κοιμόμαστε ζούμε πραγματικά και όταν ξυπνάμε νομίζουμε ότι ζούμε αλά δυστυχώς απλά υπάρχουμε και δεν ζούμε
ολε

#5
GATZMAN

Ετς, αν και στο τραγούδι πεπρωμένο η ατάκα πάει: Όταν κοιμάσαι άλλος γράφει ιστορία. Κάποιος παίζει τη δική σου τη ζωή ...

#6
iron

λοιπόν, θα το έχετε το αυτοψυχοψάξιμο, όπως έταξα, αλλά θέλει δουλίτσα και ως εκ τούτου θα αργήσει, έτσι αποφάσισα.

#7
Galadriel

Ετς. Οι γιαλομιές θέλουν πάλεμα.

#8
ο αυτοκτονημενος

ο θεος μιλησε

#9
Galadriel

Και βάλε μη σου πω...

#10
vikar

Ετούτο το σου το λογοτέχνημα τό 'χα χάσει. Προς τί οι εξηγήσεις παύλα απολογία του πρώτου σχόλιου;... Αυτό ητανε λοιπόν, μετά απο τόση φιλολογία απο 'δώ κι' απο 'κεί πάνω στο τί είναι καταχωρίσιμο, έχουμε αρχίσει πλέον να αυτολογοκρινόμαστε;... Μάλιστα. Κρίμα.

Παιδιά, όπως ένας ομό που θα μπεί στο σάιτ θα περιμένουμε να μιλήσει ειλικρινά στα ομό λήμματά του, ή ένας τοξικομανής, έτσι θα πρέπει να περιμένουμε απ' όλους να μιλάν ειλικρινά. Το ύφος είναι ύφος, και δέν πρέπει ν' απολογούμαστε γι' αυτό, έλεος.

Ο ορισμός δαγκώνει.

#11
patsis

Κοίταξε vikar, δεν πρόκειται για κλασικό ορισμό, με στέρεη, λογική δομή και περιεχόμενο. Αντιλαμβανόμενος αυτό το γεγονός, θέλησα να δείξω ότι σέβομαι τον προσανατολισμό του site να υπάρξει ως λεξικό και με ενδιαφέρει να διατηρηθεί έτσι. Δεν ήθελα να εκκινήσω μια διολίσθησή του σε λογοτεχνικό βήμα.

Η ίδια η έκφραση, ωστόσο, έτσι όπως την άκουσα, μου μετέδωσε πολλά φορτία σχετικά με τη στάση μας απέναντι στην απώλεια της μνήμης μας, στην απώλεια της συνείδησής μας, στην ύπαρξη ή όχι ενός κόσμου πέρα από την συνείδησή μας, στον θάνατο. Και στο πώς διαπλέκονται όλα αυτά τα αγωνιώδη, για μας τους ανθρώπους, ζητήματα.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως η έκφραση εμπεριέχει μια θέση για όλα τα παραπάνω, μια θέση υπέρ της λογικής, ζοφερά απαισιόδοξη τολμώ να πω: Η απώλεια είναι ασυγκίνητη, απρόσωπη και είναι για όλους και για όλα. Ό,τι περιπίπτει σε αυτήν χάνεται απολύτως και κάθε τι ον έχει μοιραία κατάληξή του το μη ον.

Κι όμως, η προσωποποίηση της νύχτας, κάτι που δεν στηρίζεται σε κανένα εμπειρικό ή λογικά ανακτηθέν στοιχείο, κρύβει όλη την γοητεία της έκφρασης: Η νύχτα είναι πρόσωπο, με βούληση, διάνοια και ιστορικότητα, ήτοι θέλει, κρίνει και κρατά στην δική της πια μνήμη ό,τι παίρνει από εμάς. Και, καθώς υπάρχει ένα πρόσωπο, έστω αρχετυπικά εχθρικό στο ανθρώπινο γένος, η ρωγμή στο κενό έχει συντελεστεί. Μπορούν να υπάρξουν και άλλα πρόσωπα. Μπορούμε να υπάρξουμε κι εμείς. Και μπορούμε να υπάρξουμε πλήρεις και αδιαίρετοι, για πάντα.

Αυτό το αισιόδοξο ή απαισιόδοξο, ενορατικό ή εθελότυφλο και πάντως ύστατο παιχνίδι μας με την ορθολογική κατανόηση του κόσμου, μου υπαγόρευσε να μην χρησιμοποιήσω τους αυστηρούς κανόνες της λογικής και της ελεγμένης, έστω γλωσσικής, εμπειρίας στη δημιουργία του ορισμού. Αλλά να καταγράψω εδώ, με την αναξιόπιστη πεποίθηση ότι τις διασώζω από τη λήθη, πραγματικές μνήμες, ξεκινώντας από μια φυλαγμένη ανάμνηση, έξι ακριβώς χρόνια πριν την νύχτα που ανέβασα τον ορισμό. Μια ανάμνηση που, μαζί με όλες τις άλλες, κι αυτήν την διεκδικεί η νύχτα.

#12
Mr. Cadmus

Απ' τα ωραιότερα κείμενα που έχω διαβάσει στο διαδίκτυο.

Μπράβο Πάτση.

#13
perkins

Πατση μου πατησες πολλα κουμπακια ρε μπαγσα.
Συγχαρητηρια ρε φιλε.

#14
patsis

Stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus

#15
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

Macche' brutta puttana la memoria...

(Γειά σου ρε Πάτσμαν. Αυτό με το ταβερνάκι και το χωμάτινο πάτωμα Μίσσιος δεν είναι?)

#16
patsis

Ναι... Το ξέχασα τότε και μετά δίστασα να προσθέσω την παραπομπή, δεν είμαι σίγουρος γιατί.

#17
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

Κάπου στη Βάρδια ο Καββαδίας λέει ότι για παρόμοιους λόγους πετούσε κάποιες φορές από την κουπαστή ένα πακέτο τσιγάρα στη θάλασσα. Εμπρός να γράψεις το "το πήρε το κύμα" :-Ρ

#18
donmhtsos

Ωραίο κείμενο. Τι σημαίνει το: "Stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus"; (Η μετάφραση του google βγάζει τα συνήθη ακατάληπτα).

#19
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

Το παλιό τριαντάφυλλο υπάρχει μόνο ως όνομα, κρατάμε γυμνά ονόματα.

#20
donmhtsos

Ευχαριστώ πολύ για τη μετάφραση.

#21
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

Είναι η τελευταία φράση από Το Όνομα του Ρόδου (Εκο).

#22
patsis

#23
patsis

Δέκα χρόνια μετά. Δεκαέξι χρόνια μετά. Ένα στιγμιαίο κλείσιμο των ματιών, ένα ελάχιστο τρεμόπαιγμα του ρεύματος σε κάποιον σέρβερ. Τομές από νύχτα, κάθετες στο ημερήσιο σώμα.

Εδώ, ξανά και ξανά. Τώρα.