1. Βγάζω τις ψείρες. Το κάνουν πολύ οι πίθηκοι.

  2. Δίνω υπερβολική σημασία στις λεπτομέρειες, ψιλολογώ. Το κουράζω το πράγμα. Λέγεται και ψειρίζω τη μαϊμού. Είναι συνώνυμο με το ξεψειρίζω.

  3. Κλέβω. Παίρνω κάτι χωρίς να με πάρουνε καθόλου χαμπάρι, πολύ μουλωχτά. Δεν είναι το κλέβω με την έννοια της ένοπλης ληστείας, δεν μπορείς, δηλαδή να ψειρίσεις μια τράπεζα. Ούτε είναι το κλέβω με την έννοια της διάρρηξης, δεν μπορείς π.χ. να ψειρίσεις ένα χρηματοκιβώτιο. Ψειρίζει όμως ο πορτοφολάς και γενικά κάθε ελαφροχέρης.

  1. Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Μα δεν είπαμε; Να ψειρίζω τίγρεις. Τώρα θα μου πείτε άλλο χόμπι, άλλο δουλειά. Όπως λέμε άλλο εξάσκηση και άλλο άσκηση επαγγέλματος. Ναι αλλά για σκεφτείτε να στηθώ στη πλατεία συντάγματος και ψειρίζω τίγρεις, τι λεφτά θα μαζέψω μόλις βγάλω ντενεκεδάκι! Λινκ

  2. Τις ψειρίζει πολύ τις εργασίες και πάντοτε φοβάμαι ότι θα αργήσει να τις παραδώσει.

  3. -Θυμάσαι μια φήμη που είχε βγει πριν μερικά χρόνια όταν είχε πάει ο Μπους στην Αλβανία ότι εκεί που έκανε χειραψίες μέσα στο πλήθος κάποιος του ψείρισε το ρολόι;
    -Σιγά να μην του το ψείρισαν, θα κόπηκε το λουράκι και θα του έπεσε κάτω

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
HODJAS

Στην αργκό των ναρκωτικών, ψειρίζω έχει μιαν ειδική σημασία: Το βαποράκι ιδιοποιείται μέρος της δόσης που κουβαλάει στον χρήστη (για να' χει κάποιο έξτρα όφελος). Δηλαδή, μετά τις επάλληλες νοθεύσεις και λογής-λογής κουτσουρέματα, αυτό που καταλήγει στον αγοραστή είναι ενα ελάχιστο ποσοστό της ποσότητας παραγωγής.
Μάλιστα, είναι τόσο διαδεδομένο και εννοούμενο, ώστε καμιά φορά γίνεται και μπροστά στα μάτια του χρήστη-αγοραστή (θεωρείται μάλιστα και ξήγα, αφού δεν το κάνει πίσω απ' την πλάτη του!)