Πρόκειται για εισαγωγική φράση επεξήγησης στον προφορικό λόγο από κάποιον που νιώθει ότι τον πνίγει το δίκιο του.

Δίνει στον ομιλούντα την αυτοπεποίθηση ενός ασυγκράτητου, χειμαρρώδους λόγου και γι' αυτό και την ψευδαίσθηση της πειστικότητας των επιχειρημάτων του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το τελικό -ς στις δυο αυτές λέξεις, παρά τη δημοφιλία του, δεν μπόρεσε ποτέ να επιβάλλει την παρουσία του και να επισημοποιηθεί, σε αντίθεση με τη λέξη τότες, όπου έχει καταφέρει να καθιερωθεί.

  1. - Γιατί κυρά μου δεν με θες; Επειδής δηλαδής είμαι πσαράς;

  2. - Γιατί να μείνω έξω από την τάξη, κυρία; Επειδής δηλαδής άργησα 35 λεπτά;

Βλ. και δηλαδής, να πούμε ξέρω 'γω και δηλαδής

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
Hank

δηλαδής και «να πούμε ξέρω γω δηλαδής» υπήρχαν, αλλά άξιζε που τό βαλες