Στην κυριολεξία, ο όρος αναφέρεται στον ναυτικό που δεν ταξιδεύει την παρούσα στιγμή. Είτε γιατί είναι στη σκάντζα του (δυο με τρεις μήνες διάλειμμα μετά από εφτά με οκτώ μήνες εν πλω, αν μπαρκάρει με την ίδια εταιρεία), είτε γιατί ξέμεινε από δουλειά και περιμένει διακαώς το κάλεσμα για μπάρκο, γιατί είναι και άφραγκος.

Η ετυμολογία της λέξης χάνεται μεταξύ ισπανικών (barco τρικάταρτο πλοίο), ιταλικών (λατινικό barca) και ελληνικών (βάρκα) όρων. Η λέξη, όπως πολλοί ναυτικοί όροι, πέρασε καθαρά ως slang και στους στεριανούς, και χρησιμοποιείται κατά κόρον για να περιγράψει ουκ ολίγες καταστάσεις. Ιδίως σε ναυτομάνες περιοχές.

Η χρήση του όρου ως σλανγκ έχει να κάνει με τα εξής χαρακτηριστικά των ναυτικών: α) την αίσθηση των ναυτικών ότι στη στεριά είναι έξω από τα νερά τους, β) την αναμονή για αναχώρηση (πάντα περιμένουν το επόμενο μπάρκο), γ)την μοναχικότητά τους, δ) τον προσωρινό παροπλισμό (οι ναυτικοί στη στεριά αισθάνονται άχρηστοι).

Οπότε ξέμπαρκος ή ξέμπαρκη ονομάζεται:

  • ο μπακούρης, η μπακούρω, που περιμένει να γαμήσει ή να γαμηθεί
  • ο μοναχικός και ασυνόδευτος θαμώνας σε μπαρ, που δείχνει ότι κάτι περιμένει αφηρημένα, χαμένος σε σκέψεις, ενόσω αδειάζει την κάβα του μαγαζιού (και για γυναίκες).
  • η πουτάνα του δρόμου, μέχρι να έλθει ο επόμενος πελάτης
  • η κονσοματρίς όσο η σημαία είναι ανεβασμένη
  • κάποιος ξένος, που δεν ταιριάζει με το περιβάλλον, κάποιος άσχετος με την παρέα ή με το σινάφι.
  1. - Τσου ρε Λάκηηηηηηη! Πού την κονόμισες την τουριστριούλα ρε καζανόβα;
    - Χθες στην παραλία. Ξέμπαρκη ήταν, και της έπιασα την πάρλα.
    - Το 'χεις το λέγειν ρε μπαγασάκο.

  2. - Χαμός χθες στο στέκι. Έπεσε πολύ ξύλο.
    - Για λέγε, για λέγε...
    - Μπαίνει ένας τύπος στου Μήτσου χθες, και αφότου κατέβασε πέντε μπύρες, άρχισε να βρίζει κάτι μαλλιάδες που κάθονταν παραδίπλα, να τους λέει κομμώτριες κ.λ.π. Ε, δεν θέλανε πολύ και τα παιδιά, τον στείλανε σηκωτό, αυτόν και έναν ξέμπαρκο που έσπευσε σε βοήθειά του.

  3. - Ρε συ, χάλια ο Νίνης χθες.
    - Τι περίμενες. Έναν χρόνο ξέμπαρκος ήτανε. Να μπει μέσα και με τη μία να βγάζει μάτια; Σιγά σιγά θα επανέλθει.

  4. Τύπος κατεβάζει παράθυρο και απευθύνεται σε τραβέλι:
    - Γιατί ξέμπαρκη, δεσποινίς; - Γαμιόμασταν με τον καπετάνιο και το βουλιάξαμε το σαπιοκάραβο...

Μίλτος Πασχαλίδης Πηνελόπη (από Khan, 07/09/09)

βλ. και ξεμεινεμένη

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
Khan

Κι όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι,
μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη.

#2
johnblack

Μην ξεχνάμε και τους Ξέμπαρκους που έχουν μελοποιήσει Καββαδία.

#3
electron

αφιερωμένο στον μαυρόγιαννο το μηδι #3

#4
electron

και σε όλους τους ξέμπαρκους το #4

#5
spapakons

Εγώ νομίζω είναι και συνώνυμου του ξεκάρφωτου, αυτού που φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν. Επίσης στο ξέμπαρκο ή στα ξέμπαρκα = στο ξεκούδουνο, στο άσχετο.