Έχω μεγάλη όρεξη για κάτι, το θέλω τόσο πολύ που είναι σαν να μου έχει ερεθιστεί το πέος μου (χυδαϊστί, πούτσος), να έχω καυλώσει για κάτι.

  1. Μάγκα μου, μου σηκώθηκε να φάω τώρα μια πίτσα, να!

  2. Επειδή εσένα, δηλαδή, σου σηκώθηκε να πας για κυνήγι, πρέπει και γω να τρέχω μαζί σου στα κατσάβραχα;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία