Κοκώνακοκόνα σημαίνει πρωτογενῶς κυρία τῆς καλῆς κοινωνίας, ἀρχόντισσα, ἂς ποῦμε, μὲ τὴν ἀστικὴ ὅμως ἔννοια, τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀστικοῦ μετασχηματισμοῦ τῆς Εὐρώπης, συμπεριλαμβανομένης τῆς Βαλκανικῆς. Τὸ κοντυνότερο ξενικὸ ἀντίστοιχο ποὺ μοῦ ἔρχεται εἶναι τὸ lady, ἀφοῦ μάλιστα τὸ κοκόνα συνοδεύει καλλίτερα τὸ μικρὸ ὄνομα, πχ ἡ κοκόνα Μάρω [τοῦ Ἄρχοντος Βόρνικος Κυρ Πάνου Κωστέσκου (ἀπὸ τὴ Βλαχία, ὄχι τοῦ Κωστέτσου τοῦ μόδιστρου, μὲ τὸ συμπάθειο)], ὅπως ἡ lady Diana (παράδειγμα 1).

Στὴ σύγχρονη νεοελληνικὴ ἐκδοχὴ ἔχει καταστῆ κάτι σὰν χαϊδευτικὴ προσφώνησι, μὲ τάσι νὰ περιπέσῃ σὲ ἀχρηστία (παράδειγμα 2).

Ἐτυμολογικῶς δὲν ἔχω κατορθώσει νὰ πάω σὲ βάθος, πιστεύω ὅμως ὅτι ἀνάγεται στὴ γαλλικὴ λέξι coconne, ἡ ὁποία ὅμως διαφοροποιεῖται ἐννοιολογικῶς παρὰ τοῖς Φραγκογαλάταις: «Personne stupide qu'on affectionne malgré tout»· κάτι σχεδὸν ἀντίστοιχο τοῦ ἡμετέρου ὅρου γλάστρα, κόττα κλπ, μὲ περισσότερη ὅμως συμπάθεια.

Ὑποκοριστικὸν τὸ κοκονίτσα. Συνθετικὰ τοῦ τύπου *κοκονομοῦνα δὲν ἔχω ἐντοπίσει. Πᾶσα προσφορὰ δεκτή.

  1. Συστήνεται η ίδια η κοκονίτσα η Mαρώ: «Πολίτισσα την καταγωγή, το γένος ευγενικιά εν μέρει και πληβεία εν μέρει». «Eίναι μια πολύ ελληνική φύτρα», λέει η M. Λυμπεροπούλου. Ἀπὸ ἐδῶ.

  2. Σώπα κοκώνα μου, μὴν κλαῖς, θὰ σοῦ πάρω ἐγὼ ἄλλη κούκλα.

  3. Ἐπίσης ἐδῶ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
patsis

Ίσως βοηθά ο Τριανταφυλλίδης: κοκόνα η [kokóna] O25α : (παρωχ.) ως προσφώνηση ή χαρακτηρισμός: 1. (λαϊκότρ.) για κυρία, συνήθ. αρχοντικής καταγωγής. 2α. χαϊδευτικά, για γυναίκα και κυρίως κόρη. β. (ειρ.) για γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια. [ρουμ. cocoăna]

Εγώ έχω στο πρόχειρό μου το ορίστε το οποίο στον κώδικα επικοινωνίας των μαμάδων και θείων, αποκτά μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνική σημασία. Είναι η πρόσκληση για επίσκεψη που λειτουργεί σαν κίνηση καλής θέλησης και θετικό προηγούμενο σε μια κοινωνική μας επαφή. Αλλά διστάζω διότι οι χρήστες της λέξης και οι καταστάσεις στις οποίες ακούγεται είναι σχεδόν το αντίθετο αυτών της σλανγκ.

Με όλο το θάρρος aias.ath, μήπως και στο δικό σου λήμμα κάτι ανάλογο συμβαίνει; Το θέτω ειλικρινά προς προβληματισμό και των υπολοίπων.

#2
johnblack

Oρίστε και ο αγαπημένος μας Χαράλαμπος:

κοκόνα (η) {χωρ. γεν. πληθ.} (παλαιότ.) 1. ονομασία γυναικών αριστοκρατικής καταγωγής ΣΥΝ. κυρία, κυρά, δέσποινα 2. (χαϊδευτ.) προσφώνηση συζύγου ή γυναίκας: ~ μου! [ΕΤΥΜ. < ρουμ. cocoană].

Το θέμα νομίζω έγκειται στο πώς και διατί η λέξη απέκτησε συν τω χρόνω μια slightly υποτιμητική χροιά.

#3
vikar

Πάτσις, το ορίστε κατα τη γνώμη μου είναι καταχωρίσιμο, άλφα, γιατί είναι γουστόζικο τελοσπάντων να ορίσεις το ορίστε (...), βήτα, ιδιαίτερα εφόσον δοθεί στον ορισμό ο μαμαδίστικος τόνος του, που αγνοούν τα τυπικά λεξικά. Ενδιαφέρον εξάλλου οτι τη σημασία την έχει ο Τριανταφυλλίδης (σημασία 1ε), αλλα όχι ο σοβαρός Μπαμπινιώτης.

#4
vikar

Και μιά και το ρωτάει ο πάτσις, και επειδή μόλις πρόσεξα τη βαθμολογία (καλά, έχουν πολλή πλάκα οι καλοί μας βαθμολογητές... δε σκάι ιζ δε λίμιτ στο καραγκιοζιλίκι μερικών), να ξεκαθαρίσω οτι για 'μένα το λήμμα κοκόνα ασφαλώς και είναι καταχωρίσιμο στο σλάνγκ τζι άρ.

Έχω πεί κι' αλλού όχι πολύ αναλυτικά, είναι αλήθεια, οπωσδήποτε όμως πιό εύγλωττα απο τους πολείς χιοδότες που ξεχνάν οτι υπάρχουν και ονλάιν παιχνίδια ρόλων για μίνιμάξιν οτι το σάιτ εγείρει απο μόνο του αιτήσεις «πληρότητας». Ασφαλώς αυτό το πράμα συζητάμε εδώ και μήνες (χρόνια;), το πόσο δηλαδή θα τις εκπληρώσουμε αυτές τις απαιτήσεις, γιατι δέν θά 'χε βέβαια νόημα να ξαναγράψουμε τον Τριανταφυλλίδη και τον Μπαμπινιώτη μέσα στο σλάνγκ τζι άρ.

Εφόσον όμως ένα λήμμα ακούγεται σε σλάνγκ συμφραζόμενα, φαίνεται να ανήκει δικαιωματικά στο δυνητικό μας λημματολόγιο. Και γράφοντας σλάνγκ εννοώ εδώ ότι πάμε αυθόρμητα να καλύψουμε αυτά τα χρόνια εδωμέσα: αργκό, μπαμπαδισμούς-μαμαδισμούς, συνθήματα, ζαργκόν, αυτονομημένες ατάκες απο ανέκδοτα και τα λοιπά.

#5
Galadriel

Προσώπικλυ δε χαλιέμαι αν ανεβαίνουν και τέτοια λεξικογραφημένα, σιγά μην είναι οι ορισμοί του μπάμπη καλύτεροι από τους δικούς μας που στην τελική έχουν και προέλευση και στοιχεία για την ιστορία του λήμματος κλπ (ακόμα δεν μπορώ να χωνέψω ότι δεν έχω ανεβάσει το «κοτζάμ» επειδή το βρήκα στον τριαντάφυλλο και κώλωσα). Πάτση ανέβασέ το το ορίστε, θα χαθεί αυτή η έννοια της λέξης αν δεν την καταγράψεις.

#6
aias.ath

Ὅπως ξέρετε, γιὰ τὴ βαθμολογία δὲν ἐνδιαφέρομαι, πρὸς ὁποιαδήποτε κατεύθυνσι κι ἂν κινῆται. Πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι ἔχει ἄφθονα μεθοδολογικὰ προβλήματα (τὰ ἔχουμε συζητήσει μὲ τὸ Βικάριο, Χότζα κλπ), ἡ ἀντίληψί μου γιὰ τὸ σάϊ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνταγωνιστική, ἀλλὰ συναγωνιστική. Θὰ ἔβλεπα δλδ πολὺ θετικὰ καὶ τὰ συνεταιρικὰ ἢ συλλογικὰ πονήματα, μὲ στόχο τὴν ἐξυπηρέτησι τῆς ποιότητος.

Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι γιὰ τὰ σχόλια, καὶ γι' αὐτὸ ἀβέλω μοῦσι (δὲν ἔχει ἀνέβει) ὅταν αὐτὰ κινοῦνται ἐκτὸς θέματος, ἢ ὅταν ἐξελίσσωνται σὲ κόντρες εὐφυολογίας. Ἡ εὐφυολογία προσδίδει μεγάλο πλοῦτο στὴ forum πλευρά μας, συχνὰ ὅμως καταστρέφει καλὰ λήμματα.

@patsis
Τώρα ποὺ τὸ ξαναβλέπω, νομίζω ὅτι δὲν ἔχεις ἄδικο γιὰ τὴν καταχωρησιμότητα. Ἔχεις ὅμως ξεκάθαρα ἄδικο ποὺ δὲν ἀνεβάζεις τὸ ὁρίστε. Ἔχει πλευρὲς πρὸς ἀνάδειξιν.

Ὁ κύριος λόγος ποὺ ἀνέβασα ἐγὼ τὴν κοκώνα εἶναι ἀκριβῶς ἡ προσπάθεια ἐκφωτίσεως τῆς ἀσαφοῦς ἀξιολογικῆς της πλευρᾶς. Εἶναι τιμητικὴ ἢ ὑποτιμητικὴ προσφώνησι, πόσο καὶ πότε, καὶ γιατί (Johnblack).

Ἴσως ἦταν παράλειψι, ποὺ δὲν μετέφρασα τὴ γαλλικούρα: Χαζὸ πρόσωπο ποὺ παρὰ ταῦτα ἀγαπᾶμε.

Στὸ παράδειγμα 1 φαίνεται ἐναργῶς τὸ παιγνίδι τιμητικοῦ/ὑποτιμητικοῦ, ποὺ παίζεται στὴ λέξι: Εἶναι αὐτὸ τὸ «ἐν μέρει» τῆς καταγωγῆς, τὸ ἡμίαιμον. Νομίζω ὅτι σὲ διάφορες φάσεις ἐπάσχισε ὁ νέος ἑλληνισμὸς νὰ ἀναδείξῃ κάποια τάξι εὐγενῶν, καὶ ἀκόμη προσπαθεῖ. Ἔχοντας ὡς ἔθνος χάσει τὴν ἐκ διαδοχῆς εὐγένεια λόγῳ τουρκοκρατίας, καὶ δεδομένων τῶν συνθηκῶν (κοινωνικοὶ μετασχηματισμοί), στρεφόμαστε στὶς ἐλὶτ τοῦ πλούτου, τῆς ἐξουσίας, τοῦ πνεύματος κλπ, προκειμένου νὰ ἔχουμε καὶ ἐμεῖς κάποια «ἀριστοκρατία» γιὰ νὰ συγκρινόμαστε καὶ καλὰ μὲ τοὺς Εὐρωπαίους «φίλους» μας (ξανὰ καὶ καλὰ). Σὲ κατάλογο συνδρομητῶν κάποιου παλαιοῦ πνευματικοῦ πονήματος (δὲν τὸ λέω διότι δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἀνακαλέσω στὴ μνήμη μου) ὁ τίτλος κοκώνα φιγουράριζε δίπλα στοὺς τίτλους πανοσιώτατος, ἐλλογιμότατος, εὐγενέστατος ἄρχων, ἐντιμότατος, μουσικολογιώτατος, ἐκλαμπρότατος κλπ.

Τέλος, μὲ βάσι τὴν β' ἐκδοχὴ τοῦ Τριαντάφυλλου (τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν κακὴ καὶ βλαβερὴ συνήθεια νὰ μή συμβουλεύωμαι, διότι δὲν τὸν χωνεύω): (ειρ.) για γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια. [ρουμ. cocoăna], θὰ μποροῦσε νὰ κατάγεται ἡ ὑποτιμητικὴ πλευρὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἀπὸ τὶς ὑπόνοιες ὅτι ἡ ἄνεσι καὶ πολυτέλεια τῆς κυρίας κοκοăνας προέρχονται ἀπὸ μή ἔντιμες δραστηριότητες...

#7
aias.ath

καὶ μὲ δόσι φθόνου βεβαίως.

#8
HODJAS

Κοκκώνα λέγεται ιδιωματικώς και η πούτσα παρά τοις παισίν, ως παραφθορά του τσουτσούνα ή κουτσούνα = χαϊδευτικά η κουκλίτσα / μαριονέττα (κούκλα τουρκ. kukkla / kukka) ενώ συμφύρεται και η έννοια kucuk = μικρός / κούτσικος αλλά και ιταλ. ciccio (τσίτσο) = μικρός.
Οι Γάλλοι λένε mon cochone = γουρουνάκι μου (χαϊδευτικά) και οι Ιταλοί zozone (τσοτσόνε ή τζοτζόνε) = βρωμύλος.
Ένυ αηδίας ή να μοντάρουμε καμιά Λασκολογία;

#9
Khan

Abso-fuckin-lutely, ο Χότζας έχει δίκιο, κλασική μαμαδο/μπεμπεδοσλανγκ.

#10
Khan

Χότζα κάνε μια προσθήκη βρε παλληκάρι...