Α. Απ' το αρχαίο ελληνικό και μετέπειτα αλεξανδρινό «σάπφειρος» > ζαφείρι: Ορυκτός πολύτιμος λίθος, από ανοιχτό γαλάζιο και πράσινο μέχρι σκούρο μπλε, χρησιμοποιείται από αρχαιοτάτων για κοσμήματα κλπ.

Β. Κατά μίαν εκδοχή, ήταν/είναι τα κιτρινο-γαλαζο-πράσινα φλέματα που προκύπτουν απ' τον τσιγαρόβηχα, το κρυολόγημα, τη φθίση, κλπ., που σου στέκονται στο λαιμό και δε μπορείς να τα φτύσεις, ούτε να τα καταπιείς ... μπλιαχ! (πιθανά συνώνυμα: ροχάλα, τάλιρο, λίρα, κλπ.)

Γ. Ήταν / είναι οι καπνίλες, οι στάχτες, τα ρετσίνια, τα λάδια και άλλα κατάλοιπα στο νερό του ναργιλέ (نرجيلة, narguil, narguilé, pipe à eau, pipa de agua, water pipe, water bong) ή της συνώνυμης شيشة «shisha» και, κατ' επέκταση, στο λαρύγγι του χρήστη, μαζί με τη σχετική πικρίλα.

Ίσως να' χεις καπνίσει το εκ Ζωνιανών ορμώμενο χορταράκι, ή άλλα, πιο διαδεδομένα στις Αμερικές και αλλαχού, όπως Acapulco Gold, Panama Red, Jamaican Spliff, Pot , ή την πιο διάσημη Marijuana (στις λατινογενείς γλώσσες, οι διάφορες Μαρίες-Ιωάννες έχουν δανείσει/χαρίσει τ' όνομά τους σε πλείστες όσες ονομασίες: Maria-Juana, Marie-Jeanne, Mary Jane = Μαριχουάνα, Bloody Mary = Βότκα+ντομάτα+ ..., Marie-couche-toi-là = Εύκολη γκόμενα, ανοιχτομπούτα, κρεβατάμπλ, Dame Jeanne = Νταμιτζάνα, κλπ.) που, αρχικά, σήμαινε το φτηνό ταμπάκο. Μέχρι που οι λατινομαθείς τη βαφτίσανε cannabis sativa indica, οι ελληνομαθείς ινδικήν κάνναβιν και οι πιο περπατημένοι, μαστούρηδες, αφιονισμένοι (απ' το αρχαίο ελληνικό «όπιον» μέσω του περσο-τουρκικού afyon) κι ωραίοι σημερινοί σλανγκιστές, ανά τον κόσμο, την είπαν joint, stick (US), pétard, bédo (FRA), porro, cano, mota (ESP), baseado, toco (POR), canna, spinello (ITA), στριφτό, γεμιστό, μαύρη, τσιγαρλίκι, (ΕΛΛ), «الحشيش القنب الهندى» (ΑRΑ, αλ χασίς αλ κάναμπ αλ χίντι = δλδ το «χασισάκι») κλπ.

Αφού το καπνίσεις και «φτιαχτείς», εκτός απ' τη ζαλάδα/θολούρα, σε πιάνει και μια λιγούρα, άλογο πράμα, λιμπίζεσαι κάτι να φας, βρε παιδί μου, οπότε ζητάς να μασουλήσεις καμιά μπουκιά, κάτι να κατευνάσει την πείνα σου, να σου διώξει την πικρίλα απ' το λαρύγγι και να σε φέρει στα ίσα σου, να στανιάρεις, να ξεπήξεις απ' την κατακεφαλιά της τετραϋδροκανναβινόλης (THC). Το περί ου ο λόγος μπινελίκι ήταν το de rigueur (συνηθισμένο/υποχρεωτικό) σοροπιαστό γλυκό που κατανάλωναν το πάλαι ποτέ οι χασικλήδες حشيشي (ελάχιστη σχέση με τους παλιούς τρομοκράτες حشيشين -haschaschin=assassins=δολοφόνους-) μετά που είχαν «κάνει» ή «φουμάρει» ή «πιει» τη τζούρα τους, ώστε να πάνε κάτω τα ζαφείρια και να μην είναι ο στόμας τους τσαρούχι, σα να λέμε, κάτι με μπόλικα σορόπια/πετιμέζια: κανταϊφάκι, μπακλαβαδάκι, φοινίκι/μελομακάρονο, γαλατομπούρεκο, σάμαλι, κτλ., να φύγει η πίκρα. Το λουκούμι συνηθιζόταν αργότερα σαν πιο εύχρηστο, πιο βολικό και πιο φτηνό. Μεταγενέστερο (αλλά ersatz) κατάλοιπο της συνήθειας (που εγώ πρόλαβα) είναι η καραμέλα που πάντα δίνανε παλιά οι καφετζήδες (και κάθε αξιοπρεπής κάπελας/ταβερνιάρης) με το απλό κονιάκι (sic) στους μπεκροκανάτες βαρελόφρονες.

Ανέλιξη του να πάνε κάτω τα ζαφείρια ίσως είναι η πιο γνωστή έκφραση να πάνε κάτω τα φαρμάκια, μεταφορικά, τα ντέρτια κι οι καημοί, χωρίς σχέση με τσιγαρλίκια και τεκέδες. Δείγμα από ένα παμπάλαιο ρεμπέτικο:

[I]Στο απόμερο το ταβερνάκι
Τα πίνω με δυο γεροντάκια
Άιντε ακόμα ένα ποτηράκι
Να πάνε κάτω τα φαρμάκια.[/I]

- -Άσε, μωρ' αδερφέ μου! Με κεράσανε κάτι σέρτικα Λαμίας κι είναι ο καταπιώνας μου γεμάτος ξυλόπροκες ... Πιάσε κάνα μπινελίκι να πάνε κάτω τα ζαφείρια!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
HODJAS

Εξαιρετικό!

Μια παρατήρηση: Στο υπο Γ, τα σκούρα κατακάθια του αργκιλέ, δεν έχουν νοηματική σχέση με το πολύτιμο πετράδι.

Στα παλαιοτουρκικά η αραβο-περσικής αρχής λέξη τζαφέρ / τσαφέρ (<çaferi) σήμαινε «σκοτεινός». Στα μοντέρνα τούρκικα σκοτεινός είναι inter alia ο κασβετλής (>κασαβέτι), ενώ zafer είναι ο θριαμβευτής – νικητής.

Ίσως να έχει σχέση με την αραβική σηιτική αίρεση των τζαφέρηδων (που σχετίζεται πνευματικά με την θρησκευτική μειονότητα των Αλεβιτών στην Τουρκία, που της φορτώνουν χίλια δυο κουσούρια κι αριθμεί πάνω απο 12 εκατομμύρια πιστούς), αν και στα αραβικά Al Ghaffar σημαίνει «μακρόθυμος» – «φιλεύσπλαχνος».

Στα προ-ισλαμικά αραβικά η λέξη kāfir (καφίρ>κάφρος) σήμαινε κρύβω και κατ’ επέκταση τον σκοτεινό τύπο που κρύβεται και κρύβει (την αλήθεια). Στην συνέχεια μετά τον εξισλαμισμό των Αράβων, πήρε να σημαίνει τον «άπιστο».

Στην Ήπειρο και την Πελοπόννησο είναι συχνό το επώνυμο Τζαφέρης, που παίζει να έφεραν μουσουλμάνοι Αλβανοί. Είναι γνωστή η ιστορία με την σύλληψη του (αλβανικής καταγωγής) Τζαφέρ Ταγιάρ στο Εντίρνε το 1920.
Πάντως, στα αρβανιτοχώρια της Ηπείρου έλεγαν μέχρι πρότινος τον ποντικό του σπιτιού «Ζαφείρη».

Σε διαφορετική περίπτωση (για να ικανοποιηθούν και οι ελληνολάτρες), ίσως να έχει σχέση με την ελληνική λέξη ζόφος > ζοφερός = σκοτεινός, φοβερός.

Αίτησις:
Να τα χαρμανιάσουμε να μοντάρουμε κανα λασκολογικό παραμυθάκι;

#2
betatzis

Παδικό δημοτικό τραγουδάκι από την Ήπειρο :

Eίπαμε ψέματα πολλά,
ας πούμε και μια αλήθεια:

Φορτώσαμε έναν ποντικό
εννιά κιλά ρεβίθια,
κι αυτού, στα μεσοσάμαρα,
σαράντα κολοκύθια.

Tα κολοκύθια είχαν νερό
και το νερό βατράχια,
και τα βατράχια λάλαγαν*
κι ο ποντικός εσκιάχτη
και το φορτίο το 'ριξε
και πιλαλώντας* φεύγει.

Mέσα στ' αμπάρια τρύπωσε
κι η μάνα του τού λέει:
- Πού πας, παιδί μου πόντικα,
πού πας, καλέ Zαφείρη;

- Πάω στην Πόλη γι' άρματα
και στη Φραγκιά για ρούχα.

#3
Khan

Δηλαδή ο Καρατζαφέρης είναι ο μαύρος σκοτεινός. Και είναι και μαύρος! Τι χρείαν έχομεν αναγραμμαντείου; Μιλάει η ετυμολογία από μόνη της...

#4
ΝΤΙΝΟΣ

Φίλε Χότζα: Συμφωνώ με τις ετυμολογίες σου. Εφυγα απ'τη γενέτειρά μου Αλεξάνδρεια 15 ετών, συνεπώς, τα αραβικά μου έχουν μείνει σε εφηβική κατάσταση. Ομως, στο Κοράνι υπάρχει το κεφάλαιο 40 غافر (γαφίρ) = Συγχωρητής, Επιεικής, Πιστός. Απ'αυτήν την τελευταία έννοια, εμείς οι Ελληνες είχαμε δημιουργήσει την εξελληνισμένη εκδοχή «γαφίρης» που σήμαινε για μας «πιστός (νυχτο)φύλακας». Ταιριάζει πουθενά;

#5
HODJAS

Αιγυπτιώτης; Α ρε, πολιτισμός!!!

Βασικά, δεν προκρίνω καμία ετυμολογία ως θέσφατο βέβαια, απλά προτείνω εκδοχές (και βλέπουμε).
Πάντως, κάτι παίζει με το σκοτάδι, κρύβω, πίστη και μεγαλοψυχία στην ετυμολόγηση, αλλά τί; (έλα μου ντέ);

Μου φαίνεται οτι θέλει ψάξιμο το ζήτημα και θα Ντινοπαθήσουμε να βρούμε άκρη...

;-)

#6
Khan

Χότζα, παράκλησις όταν κάνεις τις λασκολογίες να βάζεις μετά μια ένδειξη (Laskos intended,- ή Laskos not intended όταν όχι), ώστε να μην υπονομεύεται η αξιοπιστία σου τις υπόλοιπες φορές...

#7
HODJAS

Τελικώς κατόποιν ωρίμου σκέψεως, τα ζαφείρια του καπνού, προέρχονται μάλλον αμεσότερα απο το νεοτουρκικό zifir = σκοτεινός, πίσσα.

#8
Kraou

Ντίνο ε-ξαι-λαν! Τσέκαρε και το σάμαλι. Ο ορισμός σου με βοήθησε να το προσδιορίσω.