Σε ελληνικά λεφτά, ένα μύριο.

Σχετικό και το εκατόμπαλο.

Προέρχεται από τους λαϊκούς που πληρώνουν πάντα χαρτί οπότε το μπαλάκι είναι κυριολεκτικά ένα χοντρό ρολό πιασμένο με λαστιχάκι.

Με τα ευρώ χάθηκε λίγο η μπάλα. Ο καθένας εννοεί ό,τι θέλει, από χιλιάρικα μέχρι μύρια και έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του συνομιλητή η αναγνώριση της τάξης μεγέθους. Ειδικά οι κάγκουρες εννοούν κατοστάρικα.

- Πόσο τη χτύπησες τη Μερσεντέ ρε Βαγγέλη;
- Τρία μπαλάκια φίλε, από λαζογερμανό!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
Khan

Στος! Στην 10η και τελευταία σελίδα του Δημοσίου Προχείρου ο Βίκαρ ρωτάει εδώ και ενάμιση χρόνο την ετυμολογία για το εκατόμπαλο. Ίσως σε ενδιαφέρει να το αναλάβεις

#2
jesus

βλέπε κ εδώ στο 5 για την απελπιστικά ίδια γαλλική φρασούλα (δεν έχουν σύνθετα τα καημένα κ το αφήσανε δύο λέξεις).

δεν ξέρω αν ετυμολογείται από κει, μάλλον προς το απίθανο, ιδίως αν η εξήγηση για το μπαλάκι είναι αυτή του λήμματος, που είναι κ πειστική.