Η έκφραση περιγράφει μια εκρηκτική, έκρυθμη κατάσταση που πλησιάζει, ένα ξεσηκωμό που σιγοβράζει, μια επικείμενη φιλονικία, μια υποβόσκουσα ένταση, μια επερχόμενη σύγκρουση, μια ησυχία πριν τη καταιγίδα, μια επίθεση έτοιμη να ξεσπάσει, μια ανησυχία που προκαλεί πανικό, ένα πατιρντί επί θύραις κ.λπ. κ.λπ.

-Τα ΜΑΤ φόρεσαν τα κράνη τους, πάμε για τιγκανά γιατί η υπόθεση μυρίζει μπαρούτι.

Δημητσάνα. Εδώ μύριζε μπαρούτι κάααπιοτε  (από GATZMAN, 15/12/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
Galadriel

Αφενός το ξέρει κι ο Τριαντάφυλλος: μπαρούτι το [barúti] O44 & (σπάν.) μπαρούτη η [barúti] O30 (χωρίς πληθ.) : εκρηκτική ύλη, συνήθ. υπό μορφή σκόνης, που γίνεται από νίτρο, άνθρακα και θειάφι· πυρίτιδα. ΦP έφαγε το ~ με τη χούφτα, πήρε μέρος σε πολλές μάχες. μυρίζει / βρομάει ~, διαγράφεται κίνδυνος, προμηνύεται φασαρία, καβγάς: Πάμε να φύγουμε, εδώ βρομάει ~. γίνομαι ~, θυμώνω πολύ. κάνω κπ. ~, τον κάνω να θυμώσει πολύ. είναι κτ. ~, είναι πολύ καυτερό, κυρίως από μπαχαρικά. [μσν. *μπαρούτιν (πρβ. μσν. παρούτιν) αντδ. < τουρκ. barut -ι < ελνστ. πυρῖτις (λίθος) `τσακμακόπετρα΄· μεταπλ. σε θηλ. με βάση την όμοια προφ. της κατάλ.]

Αφεδύο ναι, είναι στο μεταίχμιο για ανέβασμα εδώ, νταξ, για λόγους πληρότητας έχω ανεβάσει και γω κάποια με πλήρη συνείδηση - για λόγους πληρότητας καταγράφω και ετούτο εδώ το σχόλιο.