Το ban, ο αποκλεισμός από μια online κοινότητα. Ο όρος βγήκε μάλλον από την ομοιότητα στην γραφή που έχει η αγγλική λέξη ban αν γραφτεί ελληνικά (μπαν), με το λήμμα, και επίσης από το ότι ηχούν το ίδιο.

(Διάλογος μεταξύ moderators σε ένα φόρουμ):

- Τι έκανες με το χθεσινό τρολ;
- Τον έστειλα για μπάνιο.

Βλ. και μπανάκι, μπανάνα / banάνα, μπανιστάν

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
Khan

Σωστός. Βλ. και μπανάκι, Yabanaki στη Βάρκιζα, και μπανάνα / banάνα.

#2
deinosavros

Μπάνιο επί Τουρκοκρατίας λέγανε το κάτεργο. Τυχαίο ; Δε νομ.