Η προέλευση του ορισμού είναι ενδιαφέρουσα και κατά τη γνώμη μου έχει τις ρίζες της στο εξής:

Τα παλαιότερα χρόνια, όταν ο πελάτης ζητούσε το αντίστοιχο είδος sex με κορίτσι εργαζόμενο σε σχετικό ευαγές κατάστημα, και το κορίτσι διαπίστωνε ότι ο οργανικός εξοπλισμός του πελάτη ήταν μεγαλύτερου μεγέθους από τον μέσο όρο, τότε τον υποχρέωνε να φορέσει γύρω από τον «εξοπλισμό» μαξιλαράκι σε σχήμα παχέος κουλουριού με οπή, ώστε η διείσδυση να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη και ανώδυνη για την εργαζόμενη.

Από εκεί επικράτησε ο δακτύλιος του πρωκτού να ονομάζεται και κουλούρι. Μία τουλάχιστον παρόμοια αναφορά υπάρχει και στο bourdela.com.

Εξάλλου η πρωτότυπη έκφραση φαίνεται να ήταν: «κουλούρι σου έδωσε;» και αργότερα να έγινε «κουλούρι πήρες;».

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
aias.ath

Συναφὴς καὶ ἡ ἔκφρασις-ἀπειλὴ τῶν σχολικῶν μου χρόνων: «Θὰ σοῦ σκίσω τὸ κουλοῦρι».

Δὲν θεωρῶ πολὺ πιθανὴ τὴν κουλουρο-ετυμολόγησι τῆς σούφρας ἀπὸ τὴν πεοκουλοῦρα. Νομίζω ὅτι, μὲ τὴν ἐξαφάνισι αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων καὶ πρακτικῶν (χαρακτηριστικῶν τῆς ἀλήστου καὶ ἡρωϊκῆς περιόδου τῆς ὁμαδικῆς πορνείας), οἱ νεώτεροι ἀπώλεσαν τὸν ἀέρα« τοῦ πράγματος, μαζὶ καὶ τὸ νῆμα τῶν συνειρμῶν.