Ο ζάπλουτος, ο πάμπλουτος, αυτός που δεν ξέρει τι έχει, σε ερωνική βερσιόν που μοιάζει με επώνυμο κάποιου χαρακτήρα σε καρτούν.

Το θηλυκό κλίνεται με τον παλιό τρόπο, ώστε ο χαρακτηρισμός να πάρει (για την ειρωνεία του θεμάτου) ένα χμου κύρους: Παμπλουτίδου.

  1. Ερώτηση: άμα είμαι παμπλουτίδης, μπορώ να έχω τον ΔΙΚΟ ΜΟΥ στρατό;

  2. Τώρα, μου θύμισες αυτό που έλεγε κάποιος αμερικανός «παμπλουτίδης»: «Πρέπει να βγάζεις χρήματα με κομψό και ρομαντικό τρόπο... αν, όμως, δεν μπορείς έτσι, βγάλε χρήματα με κάθε τρόπο!»...

  3. Σαουδάραβας παμπλουτίδης μετέφερε αεροπορικώς το πανάκριβο αυτοκίνητό του μάρκας ΛΑΜΠΟΡΓΚΙΝΙ στην Αγγλία γαι σέρβις

  4. Η Μ. είναι ψηλή, ξανθιά, παμπλουτίδου και με μια (γαλλική) μύτη μέχρι επάνω. Το τελευταίο της αξεσουάρ –εκτός από την καινούρια Hermès– είναι ο Χ. Τις προάλλες την πέτυχα σε κοσμικό event και με τα δυο (αξεσουάρ) αλά μπρατσέτα.

(από το νέτι όλα)

Δες και -ίδης.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία