Θα πρότεινα ως προέλευση το ak hane (άσπρο σπίτι). Ίσως το μέρος όπου παρασκευαζόντουσαν οι άσπρες αυτές λιχουδιές να είχε μια λευκή όψη, λόγω της συσσωρευμένης ζάχαρης - βουτύρου - νισεστέ.

Δεν θα απέκλεια και το akan (τρεχούμενος), μετοχή του ρήματος akmak - κυλώ, ρέω, τρέχω, γιατί διάβασα ότι κάτι παιζόταν με τα νερά της περιοχής Λαϊλιά.

Τοπανάς. Συνοικία στο λιμάνι των Χανίων (top hane), δηλαδή το χάνι όπου φυλάσσονταν τα τόπια - οι μπάλες των κανονιών.

(από σφυρίζων, 15/05/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
iron

φίλε σε έχασα, τι είναι τελικά οι ακανέδες; γλυκά; και το παράδειγμα τι σχέση έχει;

#2
iron

καλώς ήρθες όμως!

#3
kaimakcalan

ironick έχεις δίκιο. Είμαι πρωτάρης και δεν έχω εξοικιωθεί ακόμη με το περιβάλον.

Πάντως το «παράδειγμα» είχε το νόημα οτι το h της λέξης hane (χάνι) «χάνεται» ακουστικά όταν προηγείται η λέξη ak -ακ(χ)ανές, όπως χάθηκε και με τη λέξη top (τόπι)- Τοπ(χ)ανάς.

Τροποποιήθηκε από τη Σ.Ο. :
αναμορφοποίηση σε markdown
#4
PUNKELISD

Ίρον, δε ξέρεις τους ακανέδες;!
Είδος λουκουμιού είναι αλλά μικρό, στρογκιλό και πολύ πιο νόστιμο.
Από τα Σέρρας (θα έλεγα).

#5
PUNKELISD

*στρογγυλό

#6
iron

α μάστα, κατάλαβα, και γω τα προτιμώ. Αθήνα πουλάνε πουθενά, μια και τόφερε η κουβέντα;

τώρα μένει ο καϊμακτσαλάν να μας δώσει ένα γλυκό παράδειγματάκιν να προσθέσουμε (φίλε, στείλ'το πατώντας το μαγικό κουμπάκι Αναφορά που θα σου ανοίξει τις πύλες προς το μοντουλέικο...)