lvliazo, leveliazo, levelιάζω.

Χρησιμοποιείται σε ηλεκτρονικά παιχνίδια κατά αποκλειστικότητα. Σημαίνει η γρήγορη απόκτηση level που θα σε πωρώσει ακόμα περισσότερο με το παιχνίδι, με αποτέλεσμα την απώλεια χρημάτων και την πρόσληψη βάρους, μια που όλη η ημέρα θα καταναλώνεται στον υπολογιστή, που καταναλώνει ρεύμα και εσείς με τη σειρά σας θα καταναλώνετε συνέχεια φαγητό μια που θα κουράζεστε από της αλλεπάλληλες μάχες με τέρατα ή άλλους παίκτες.

Κοίτα τον να δεις! Λεβελιάζει όσο γρήγορα τρώει!

Βλ. και λάινεϊτζ. Επίσης: ανεβαίνω τσάκρα, περνάω σε άλλη σφαίρα, παίρνω τυράκι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
vikar

Σε συμφραζόμενα παιχνιδιών ρόλων (με ηλεκτρονικά δέν μπλέχτηκα ποτέ στ' αλήθεια), όντως, δέν άκουσα ποτέ το μονολεκτικό αυτόν τύπο. Λέγαμε πάντα ανεβαίνω λέβελ, παίρνω λέβελ, ή απλά ανεβαίνω. Πού και πού θα λέγαμε και ανεβαίνω επίπεδο νομίζω.