Σημαίνει αυτός που έχει κάποιο χαρακτηριστικό από τότε που γεννήθηκε.
- Ρε θεία, πως είναι έτσι κουτσός αυτός;
- Είναι γεννητάτος, μάνα μου. (έτσι γεννήθηκε)
Σημαίνει αυτός που έχει κάποιο χαρακτηριστικό από τότε που γεννήθηκε.
- Ρε θεία, πως είναι έτσι κουτσός αυτός;
- Είναι γεννητάτος, μάνα μου. (έτσι γεννήθηκε)
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
2 σχόλια
vikar
Ωραίο! Δηλαδή γεννητάτος ίσον «απο γεννησιμιού του». Ενδιαφέρον οτι το -άτος έχει άλλη χρήση απ' αυτές που λέγονται εκεί.
xalikoutis
στην Κρήτη: από γεννητώντας