Ο μαστουρωμένος, που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του, είναι στην κοσμάρα του, πετάει χαρταετό, δλδ δεν την οσμίζεται (τη φτιάξη) όπως ο συναχωμένος δεν έχει οσμή.

Εκτός από το άσμα του Μάρκου (και με αφορμή αυτό) η λέξη λέγεται μεταξύ ρεμπετόβιων και ρεμπετόφιλων για ξεκάρφωμα (και καλά).

Συνάχι = η μαστούρα

«Ο συνάχης» Μ.Βαμβακάρη

Συναχωμένος μου’ρχεσαι αμάν αμάν μουρμούρη μ’(ου) από πέρα
Και μεσ’τα χέρια σου κρατάς συνάχη μου μια δίκοπη μαχαίρα

Με ποιον τα’χεις συνάχη μου αμάν αμάν να πας να καθαρίσεις
Την ηθική σου θίξανε, συνάχη μου, και πας να εγκληματίσεις

-Γεια σου Μάρκο μου με τις όμορφες πενιές σου! (φωνή Γ. Μπάτη)

Κοίτα καλά συνάχη μου, αμάν, αμάν, που πάντα ξεσπαθώνεις (ωχ μπράβο)
Και κει π’(ου) ανακατεύεσαι, συνάχη μου, μπέσα ποτέ μη δώνεις

-Ωχ! Αχ! Αχ!

Ας’το μπουλασιλίκι σου, αμάν, αμάν, και πάψε το συνάχι
Και δεν ανακατεύομαι, συνάχη μου, σε ότι κι αν σου λάχει

-Ώπα!

Συναχωμένος μου’ρχεσαι, μουρμούρη μου, μάγκα μου από πέρα
Και μεσ’τα χέρια σου κρατάς, συνάχη μου, μια δίκοπη μαχαίρα

-Μπράβο Μάρκο! (φωνή Γ. Μπάτη)

(από Khan, 14/05/14)(από vikar, 18/03/15)

Ο αναγνώστης παραπέμπεται στα λήμματα συνάχης, σινάχης και μπουλασιλίκι, μπουλασικλίκι, μπουλασίκης για την πραγματική ετυμολογία-προέλευση του λήμματος. Ο παρών ορισμός παραμένει παρότι παραετυμολογικός.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
dryhammer

μπουλασιλίκι: το βρήκα να σημαίνει θυμός, οργή. Άν κάποιος μπορεί να πεί κατι παραπάνω (πχ έτυμο, να συναντιέται και κάπου αλλού εκτός από το παράδειγμα ας ανεβάσει ορισμό κλπ)

#2
commic

Αν θυμάμαι καλά (δεν έχω πρόχειρα τα βιβλία), «συναχωμένος» αναφέρεται στη Ρεμπέτικη Ανθολογία του Τάσου Σχορέλη. Ο Πετρόπουλος την πέφτει στον «μπάρμπα Τάσο» ότι γράφει λάθος τη λέξη, η οποία στην πραγματικότητα είναι «σιναχωμένος», «σινάχης» = ζοχαδιασμένος, έτοιμος για καυγά (εξού και η μαχαίρα, ότι πάει να καθαρίσει κλπ). Αν εξηγήσουμε και το μηχανισμό μετατροπής του «ω» σε «ο», ίσως πρέπει να δούμε το σχόλιο του GATZMAN στον ορισμό 3 παρακάτω με άλλο μάτι :)

#3
vikar

Το οποίο σινάχης; Τούρκικο;...

#4
deinosavros

Το μπουλασιλίκι πιθ. συνδ. με τουρκ. bulaşıcı = μεταδοτικός (επί ασθενειών). Bulaşıklar είναι τα λερωμένα τ' άπλυτα < bulaştırmak = πασαλείβω. (άλλο αυτό).