Σλανγκιστί υπάρχουν τουλάστιχον τρεις μεγάλες κατηγορίες συνεκδοχικού σιδερώματος:

  • Tο δολοφονικόν

Πυροβολώ κάποιον, συνήθως φάταλλυ, τον γεμίζω μολύβι. Σχετικά, βλ. και το λήμμαν σιδερικό. Πασίστ: johnblack.

  • Το ιατρικόν

Όταν ο γιατρός τοποθετεί στον ασθενή μεταλλικό στεντ με μπαλονάκι, ειδικά όταν τοποθετεί περισσότερα από ότι χρειάζεται (τα στεντ είναι πανάκριβα) προκειμένου να αφαιμάξει τον ασθενή ή / και το ασφαλιστικό του ταμείο (σ.ς. γίνονται τέτοια πράγματα στον τόπο που ανθούν τα φαιδρά πεθεροδάνεια; Γιού μπετ γιορ ας!)

  • Tο λανθάνω και λήθω

Αυτό που η αλήθεια ισοπεδώνεται, εκ του πονηρού ή λόγω απαιδευσίας.

  1. Καλό παιδί ο Γιάννης, αλλά έμπλεξε με προστασίες και τον σιδέρωσαν μπαμπέσικα, τον γέμισαν σίδερο...

  2. Αγάπη μου… «σιδέρωσα» τον ασθενή! Τι εννοούν οι γιατροί όταν λένε «σιδερώνω»; Πρόκειται για μια έκφραση που κυκλοφορεί στους ιατρικούς κύκλους αλλά είναι άγνωστη στο ευρύ κοινό και μάλιστα στους ασθενείς που είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Οι “σιδερωμένοι” είναι οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν καρδιολογικά προβλήματα και έχουν υποβληθεί σε επέμβαση για την τοποθέτηση στεντ. Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια: οι “σιδερωμένοι” έχουν πολλοί περισσότερα στεντ στην περιοχή της καρδιά τους από ότι χρειάζονται. (Πηγή)

  3. Ιουλιανά 1965: Σιδερώνουν τις αγωνιστικές Μνήμες… Αυτή η σκανδαλώδης παρασιώπηση δεν είναι τυχαία. Στα «Ιουλιανά» εισβάλουν με... ορμή στην πολιτική αρένα η λαϊκές μάζες: Ο ΔΡΟΜΟΣ είναι η ΤΟΜΗ και η πολιτική ΑΡΕΝΑ εκείνων των ημερών... (Πηγή)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
allivegp

Σε ό, τι ( είναι αλήθεια ότι καταργήθηκε το κόμμα στο ό,τι; ) αφορά το 2, μάλλον έχει να κάνει με την εικόνα του στεφανιαίου αγγείου (περισπώμενος, πρόσθιος/οπίσθιος κατιών κλάδος κ.λπ) που βλέπουν οι αγγειοπλάστες (επεμβατικοί καρδιολόγοι ή μπαλονάκηδες) στο ακτινοσκόπιό τους, και το οποίο (αγγείο) με τα αλληλοδιάδοχα κουτουρού στεντ έχει χάσει την φυσιολογική οφιοειδή πορεία του και έχει γίνει ευθύ σαν να σιδερώθηκε.

#2
σφυρίζων

#3
vasan

τη δεκαετία του 60 ήμουν μικρό παιδί και ακουγα τον παππού μου στο σπίτι να διηγείται ιστορίες στον φίλο και γείτονα του. Μια βραδυά έλεγαν ιστορίες από τον πόλεμο στην Αλβανία, (κάπου στο Τεπελένι) και παρόλο που ήταν σε πόλεμο βρήκαν ευκαιρία και κάποια που ήταν διαθέσιμη να κρατάει «το ηθικό ακμαιότατο» των φαντάρων μας, και την πάτησαν ένα σιδέρωμα..., που το θυμόντουσαν σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, έτσι και γω θυμάμαι τον παππού μου που πολέμησε στο μέτωπο, έριξε και ένα «σιδέρωμα».