Εκ Χίου ορμώμενο, σημαίνει γουρουνιάζω, την κάνω ταράτσα, ντερλικώνω γατοκέφαλα, σαβουρώνω το καταπέτασμα, χλαπακιάζω με βουλιμία, τρώγω (πολύ) πάνω από τις ανάγκες συντήρησής μου. Όσο απομακρυνόμαστε από τα στερνά 150 χρόνια της Τουρκοκρατίας, εποχή κατά την οποία η Χίος υπέστη φοβερές (της τάξεως του 1/3 του συνολικού πληθυσμού) απώλειες εκ της πανώλης, η χρήση εκπολιτίζεται κατά τι και επικεντρώνεται στο "τρώγω πλουσιοπάροχα, τρώγω χορταστικά".

Ετυμολογικά προέρχεται από την σκο(υ)ρδούλα που συνδέεται με την προαναφερθείσα πανώλη δια των αποστημάτων (κορδύλων) που προκαλεί η νόσος. Κατ' άλλους η σκουρδούλα συνδέεται δια της λαογραφίας και δη η πανώλη ομοιάζει κατά τη σχετική δοξασία με μαυροφορημένη γραία, κρατούσα κορδύλη (ρόπαλο), ήτις μουνόγρια επιτίθεται πανδημικώς στις ανθρώπινες μάζες και κατατρώγει άπληστα τις σάρκες των. Όπως ακριβώς επιτίθενται στις μεζέδες με το τσατάλι (αντί ροπάλου) διάφοροι γουλόζοι που ξεχνούν ότι υπάρχουν και άλλοι στο τραπέζι και κυρίως ότι με το ουζάκι τσιμπάμε, δεν σκουρδουλιάζουμε. Γουλιά και μπουκιά να μη μας κόψει το αλκοόλ (κι όχι κάθε γουλιά και πιάτο).

Τοπικό συνώνυμο το "στοκώνω", διότι αν δεν στοκώσεις, δεν χτίζεις και το σκουρδούλιασμα, όσο και αν το απολαμβάνεις, δεν παύει να είναι επίπονη και εξουθενωτική εργασία με εμφανή δομικά αποτελέσματα. Βεβαίως εξ αυτού και η γλαφυρά έκφρασις "κουβαλάτε μου να χτίζω*".

Αντώνυμο του σκουρδουλιάσματος το "κομπώνω", ήτοι τρώω μικρές μπουκιές (κόμπους**) φαγητού.

Έτερα παράγωγα εκ της σκουρδούλας: Σκουρδουλιάρης, Σκουρδουλιασμένος, ήτοι ο φαγωμένος (κυριολ. από την ασθένεια), σκουρδούλια (τα) - οι ακόρεστες ορέξεις.

Πλάτων τρώγων με σαλιάρα:(νιαμ, νιαμ) φοβήσιμη η (νιαμ) λακέρδα του Θεοδοσίου. Και τα ντολμαδάκια μπουκιά και (νιαμ) συχώριο. Και το φασόλι (νιαμ, νιαμ) εξαιρετικό. Άντε γεια μας (γλου γλου γλου). Για κάνε πάσα τα σουτζουκάκια. Εδώ θα 'ρχόμαστε για ουζάκι.

Γιώργος καπνίζων τε και παρατηρών σταυροποδιστί, προτείνων δε τα σουτζούκια: Τι ουζάκι βρε μαλάκα, ουζάκι το λές αυτό; Ουζάκι είναι μια ελιά, ανάθεμά σε, μια ντοματούλα στα τέσσερα και λίγο τυράκι. Εσύ έχεις σκουρδουλιάσει τον άμπακα.

Πλάτων καταπίνων: παιδί, άλλη μια'π'τα ίδια.

*Κατάσταση υπερδιέγερσης του σκουρδουλιάζοντος που παρακινεί τους παρευρισκομένους σε στοιχηματισμούς γύρω από τον χρόνο που θα του επισυμβεί η σκάση. Οι Χιώτες στις εξόδους των για φαγητό αγαπούν τις προκλήσεις, όσο και τις υπερβολές στην κατανάλωση κι ακόμα περισσότερο αγαπούν να τις εξιστορούν με άκρως μπεννυχιλλικό χιούμορ. Από τον ιστορικό (κι εντυπωσιακό το δέμας) "Γιαμό" στην παραλία του Καρφά, μου έρχονται στο μυαλό τουλάχιστον τρεις ιστορίες στοιχηματικής σκουρδούλας κι αμέτρητες άνευ στοιχημάτων.

** Στα υγρά κόμπος σημαίνει την πλεξούδα που σχηματίζεται κατά την μετάδειαση (η χιώτικη μετάγγιση) από τον νεμπότη (καράφα) στο ποτήρι. Αν λοιπόν διακοπεί η μετάδειασις άμα τω σχηματισμώ της εν λόγω πλεξούδας, τότε ομιλούμε δι' έναν κόμπον (χονδρικά, μισή γουλιά). Εξού κι ένας κόμπος η χαρά μου- στάλα στάλα θα στην δώσω.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
σφυρίζων

Ωραίο λήμμα κι ορισμός, Dave.

Ο νους μου πήγε στο σκορβούτο, αλλά μάλλον δεν έχει σχέση.

#2
dryhammer

Η ωραιότερη περιγραφή της γαστριμαργικής κτηνωδίας με bonus την προέλευση μιάς (ακόμα) λέξης που χρησιμοποιώ χωρίς να ξέρω την (κυριολεκτική της) σημασία, plus Θεοδοσίου.

ευ, καβουροσλανγκόσαυρε αγαθέ και πιστέ! και Χιολαλούντα!

#3
donmhtsos

Πολύ ωραίο!

Στην Κύθνο σκουρδουλιά (αλλά και ασκέλα) λένε τον ασφόδελο (Asphodelus sp.), φυτό που κατά την αρχαιότητα συμβόλιζε τον κάτω κόσμο, ενώ ακόμα και σήμερα οι βολβοί από τις ρίζες του (οι γνωστές "κρεμμύδες") πουλιούνται για πρωτοχρονιάτικο "γούρι" στις λαϊκές αγορές της Αθήνας.

Επίσης παρατήρησα ότι χρησιμοποιείς τη λέξη "γουλόζοι" γιά τους "αχόρταγους". Στην Κύθνο τον αχόρταγο τον λέμε "γλούζη" ή "γουλούζη" από το ιταλικό ogoloso: άπληστος (ισπανικά: goloso)

#4
dryhammer

Στα Χιώτικα, γούλα είναι η όρεξη μεχρι και λαιμαργία (αλλά και η βολβώδης βρώσιμη ρίζα ορισμένων λαχανικών πχ του σέλινου)

Παροιμίες: " Η φωτιά κι η γούλα τα κατελούνε ούλα"

" Μαερέματα νά 'χωμε κι από γούλα, ποταμός!"

#5
donmhtsos

Ττην Κύθνο η "γούλα" σημαίνει λαιμός (εξ ου και η γουλιά που πίνουμε).

Κόλλησε η μπουκιά στη γούλα μου και πήα να πνιώ

Συνεκδοχικά όμως, σημαίνει και τη λαιμαργία.

Ου να χαθείς γουλούζη! Μπουκιά δε μ' άφησες, μονάχα τη γούλα σου κοιτάς!

#6
vanias

@Σφυ: αν πάει το δικό σου μυαλό στο σκορβούτο, ανεβαίνει κατακόρυφα η σλανγκαξία του λήμμαν.μερσώ.

@dry: ο παλιός Θεοδοσίου κι ο Γιαμός που τον άφησες ασχολίαστο. Είσαι πρόεδρος στα χιώτικα, η ψήφος μετράει διπλή.όπως και τα συχαρήκια.

@don: διαβάζεις και τις τελείες. Βρήκες τους γουλόζους,τα τσατάλια όμως; Δώσε Κύθνο!

#7
dryhammer

Ο Θεοδοσίου (ο παλιός) ήταν ουζερί(άλλη ελληνικότατη λέξη...) ο Γιαμός ήταν πιό πολύ εστιατόριο, οπότε στου μεν πήγαινες για κάνα ούζο με μεζεδάκι και θέα το νυφοπάζαρο και το βαπόρι που φεύγει (για όσους πρόλαβαν και το θεριό που μάζευε τον κόσμο) ενώ στου δε το σκουρδούλιασμα ήταν πιό συμβατό.

#8
donmhtsos

Τα τσατάλια είναι τα πηρούνια απο το τουρκικό çatal. Στην Κύθνο δεν τη χρησιμοποιούσαν. Τώρα βέβαια λένε το, πανελλαδικά γνωστό, "γίνανε τα νεύρα μου τσατάλια".

Βέβαια εγώ είχα ακούσει από τον παππού μου τον καπτα-Μήτσο (1893-1974) πως "έκανε τα πανιά τσατάλια" όταν ταξίδευε "στα πρύμα", δηλαδή, όταν ουριοδρομούσε, έστρεφε το ένα πανί πλάγια προς τη μιά μεριά του σκάφους και το άλλο προς την αντίθετη, ώστε νά'ρθουν σχεδόν κάθετα ως προς τον άξονα του σκάφους. Κατ' αυτόν τον τρόπο "έπιαναν" περισσότερο αέρα (μιλάμε για δικάταρτα καϊκια με ιστιοφορία μπρατσέρας, όπου τα πανιά, κανονικά, ήταν διατεταγμένα παράλληλα με τον άξονα του σκάφους).

Προσωπικά αυτό το θεωρώ "ναυτικό όρο" και όχι μέρος της Θερμιώτικης ντοπιολαλιάς.

#9
deinosavros

Παράφρων Βάνιας στα καλύτερά του.

Ακολουθεί απόσπασμα από συλλογή διηγημάτων του Μυτιληνιού Στρατή Αναστασέλλη, γραμμένο στο Αγιασσώτικο ιδίωμα. "Τι ςκουρδούλα"= τι διάβολο, σύμφωνα με το γλωσσάρι του βιβλίου (Κερατοζωή, εκδ. Θεμέλιο 1975).

- Φρουκαλιές καλές για του νταμ' για τ' γουνιά... Ατός ςιντ τς έκανι μι βρούλα τσι κουνόμνι του καθμιρνό ντ. Τι ςκουρδούλα πουλ'σ ήθιλι να καν' τέτοια πασίμαδ ςκόλ'! Ποιός αγουράζ' τέτοια χρειγιά Κςτουγινιάτκου! Πιάς τα μυαλάντ μι δυό ξλαρέλια.

#10
dryhammer

@Δον δες και τον 2ο ορισμό στο λήμμα τσατάλια μετα των μηδίων βεβαίως βεβαίως