Η φράση χρησιμοποιείται για να περιγράψει το φαινόμενο στο οποίο διάφορα κινήματα κουλτούρας και τέχνης, ή γενικότερα οτιδήποτε άλλο όμορφο προκύπτει φυσικά μέσα από τις δυσκολίες της ζωής των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τελικά καταλήγει να μεταφέρεται στα πλούσια αστικά στρώματα, τα οποία και το θεωρούν "γοητευτικό", "έξυπνο" ή "κούλ". Συνήθως οι αστοί αγνούν επιλεκτικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα κινήματα αυτά εξελίχτηκαν και παράλληλα τείνουν να τα μεταλλάσσουν σύμφωνα με το δικό τους γούστο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στο τέλος ένας κιτσάτος και αποστειρωμένος αχταρμάς.

Η φράση χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Έλληνα ράπερ ΛΕΞ στο κομμάτι "Κοράκια", το οποίο ανέβηκε την άνοιξη του 2018.

Δύο μεγάλα παραδείγματα όπου "ο πόνος των φτωχών γίνεται η τέχνη των αστών" είναι το κίνημα του Χιπ χοπ και ο πολεοδομικός εξευγενισμός. Το κίνημα του Χιπ χοπ ενώ γεννήθηκε και εξελίχτηκε μέσα στα πιο υποβαθμισμένα γκέτο των ΗΠΑ σήμερα ακούγεται από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ακόμα και από τα κολεγιόπαιδα και τους Κηφισιώτες, τα οποία το θεωρούν μάλιστα ιδιαίτερα "κούλ". Ο πολεοδομικός εξευγενισμός είναι το φαινόμενο στο οποίο οι (καημένοι) πλούσιοι έχουν βαρεθεί τις "μονότονες" ζωές τους στις "βαρετές" συνοικίες τους και θέλουν να ζήσουν κάτι πιο "εναλλακτικό", με αποτέλεσμα να μετακομίζουν σε (κωλο)περιοχές επειδή την είδαν φτωχοί και μέρος του απλού λαού (λες και θα έμεναν εκεί οι άνθρωποι αν μπορούσαν να φύγουν). Φυσικά στο τέλος οι νοικάρηδες και οι μαγαζάτορες αντιλαμβάνονται τη φάση και ανεβάζουν τις τιμές μπας και βγάλουν κάνα φράγκο παραπάνω με αποτέλεσμα οι φτωχοί να λιμοκτονούν και να παίρνουν τον πούλο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
someoneelse

Καλό !!! Και δεν είναι μόνο αυτά τα δύο. Ένα ακόμα χαρκακτηριστικότατο παράδειγμα είναι το ρεμπέτικο το οποίο αν και άρχισε σαν μια μουσική του φτωχού λαού και μάλιστα των ατόμων τα οποία βρίσκονταν στο περιθώριο την οποία και οι πλούσιοι απεχθάνονταν , έγινε απο τη δεκαετία του 50 και μετά έγινε τρομερά mainstream.