Περσική λέξη που μας έρχεται από τα τουρκικά (çene) και σημαίνει τη σιαγόνα, αλλά και αυτόν που μιλάει πολύ.

Έχει μεγάλο τσενέ. (Δες).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε