Περσική λέξη που μας έρχεται από τα τουρκικά (çene) και σημαίνει τη σιαγόνα, αλλά και αυτόν που μιλάει πολύ.
Έχει μεγάλο τσενέ. (Δες).
Περσική λέξη που μας έρχεται από τα τουρκικά (çene) και σημαίνει τη σιαγόνα, αλλά και αυτόν που μιλάει πολύ.
Έχει μεγάλο τσενέ. (Δες).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
0 σχόλια