Το δίκαννο όπλο. Από τα περσικά μέσω τουρκικών, όπου çift είναι το ζευγάρι, βλ. τσιφλίκι, αρχικά τσιφτιλίκι = το ζευγάρι τα βόδια. (Δες).
Καλεύ' ένα άλογο, παίρ' κι ένα τσ̑ιφτέ, κόφτ' δεσποτιού το στράτα. (Από την Καππαδοκία).
Το δίκαννο όπλο. Από τα περσικά μέσω τουρκικών, όπου çift είναι το ζευγάρι, βλ. τσιφλίκι, αρχικά τσιφτιλίκι = το ζευγάρι τα βόδια. (Δες).
Καλεύ' ένα άλογο, παίρ' κι ένα τσ̑ιφτέ, κόφτ' δεσποτιού το στράτα. (Από την Καππαδοκία).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
2 σχόλια
barbarosa
Μόλις χτες είχα την κουβέντα του με αφορμή την ίγκλα και τον σισαντέ στα αξεσουάρ του έφιππου πολεμιστή.
barbarosa
Στα κρητικά πολλές φορές υπάρχει εναλλαγή τσ - τζ και απαντά και ως τζιφτές.