Το δίκαννο όπλο. Από τα περσικά μέσω τουρκικών, όπου çift είναι το ζευγάρι, βλ. τσιφλίκι, αρχικά τσιφτιλίκι = το ζευγάρι τα βόδια. (Δες).

Καλεύ' ένα άλογο, παίρ' κι ένα τσ̑ιφτέ, κόφτ' δεσποτιού το στράτα. (Από την Καππαδοκία).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

#1
barbarosa

Μόλις χτες είχα την κουβέντα του με αφορμή την ίγκλα και τον σισαντέ στα αξεσουάρ του έφιππου πολεμιστή.

#2
barbarosa

Στα κρητικά πολλές φορές υπάρχει εναλλαγή τσ - τζ και απαντά και ως τζιφτές.