Η και κομψαλίδικο. Πιθανότατα από το κομψός.Πρόκειται για κάτι πλαστό, φανταχτερό, δήθεν, ντεμέκ , κίβδηλο, παραχαραγμένο, ελαττωματικό, όχι γνήσιο, όχι ποιοτικό. Συναντιέται στην περιοχή Θεσσαλονίκης κατά κανόνα ως προσδιορισμός σε παραχαραγμένα χρυσά νομίσματα, λίρες κλπ.

Ασε, την πάτησα! Η λίρα που με πλήρωσε είναι κομσαλίδικη.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε