Ο/η κάτοικος της Βόρειας Ελλάδας, κυρίως της Θεσσαλονίκης.
Ετυμολογείται από τη φράση «σε λέω, με λες», που αντικατοπτρίζει τη χρήση της αιτιατικής πτώσης του αδύναμου τύπου των προσωπικών αντωνυμιών σε ρόλο έμμεσου αντικειμένου (με, σε, τον/την/το) αντί της γενικής που χρησιμοποιείται στην Κοινή Νεοελληνική (μου, σου, του/της/του).

Ήταν μια σελεμελού, φίλε, σήμερα στο λεωφορείο και όταν δεν άνοιξε η πόρτα στη στάση για να κατεβεί φώναξε «Οδηγέ, με ανοίγεις λίγο από πίσω;».

νεοελληνικές διάλεκτοι, περίπου 1900 (από earendil_ath, 01/02/12)

Δες και θεσσαλονικιώτικα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
poniroskylo

Εγώ σε έδωσα ένα ποντάκι με τη μία, α) διότι είμαι ποντοδότης (βλ. λημμα) και β) διότι πέθανα στο γέλιο αλλά, μια και παραπέμπεις σε τοπικούς ιδιωματισμούς, πες με κι εσύ σε ποια ντοπιολαλιά υπάρχει αυτή η λέξη. Μήπως στο τοπικό ιδίωμα του L.A. (βλ. λήμμα); Γιατί, δε με γελάς εμένα ... ντοπιολαλιά είναι. Κοινή γλώσσα με το Κ κεφαλαίο είναι η Αλεξανδρινή της Καινής Διαθήκης και έκτοτε άλλη καμμιά. Καλώς ήλθες. :)

#2
ludling

Φίλε, σε ευχαριστώ για το ποντάκι.
Πάντως για το τοπικός ιδιωματισμός, σου λέω όταν έγραψα το λήμμα, δεν ήξερα τι να βάλω. Είναι αλήθεια ότι η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως από Αθηναίους φοιτητές που σπουδάζουν στη Θεσσαλονίκη για να αναφερθούν στους Θεσσαλονικείς. Είναι παράλληλο του χαμουτζής-ού που αναφέρεται στους Αθηναίους. Όμως μπορείς να πεις κάτι το οποίολέγεται στην Αθήνα τοπικό ιδιωματισμό και ντοπιολαλιά; Δυστυχώς, έχει επικρατήσει να ονομάζουμε έτσι κάθε τι που είναι διαφορετικό από την στάνταρ γλώσσα κάθε γλωσσικής κοινότητας και μια η στάνταρ γλώσσα της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας είναι (αυθαίρετα, φυσικά) η γλωσσική ποικιλία της Αθήνας, δεν μπορείς να την αποκαλέσεις ντοπιολαλιά. Με άλλα λόγια, ντοπιολαλιά είναι κάθε τι το ιδιωματικό (με την έννοια ότι ανήκει στο σύστημα ενός γλωσσικού ιδιώματος και όχι με αξιολογική ή κριτική διάθεση) ή διαφορετικό από τα λεγόμενα 'Αθηναϊκά'.
Τέλος, η γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι όντως μία από τις τρεις Κοινές στην ιστορία της Ελληνικής. Είναι η Ελληνιστική ή Αλεξανδρινή Κοινή. Πριν από αυτήν, υπήρξε η Πρωτοελληνική Κοινή, η γλώσσα που μιλούσαν οι Έλληνες πριν διασπαστεί η γλώσσα στις Αρχαίες Ελληνικές Διαλέκτους ενώ η γλώσσα που μιλάμε σήμερα είναι γνωστή ανάμεσα στους γλωσσολόγους ως Κοινή Νεοελληνική.
Καλώς σας βρήκα :)

#3
poniroskylo

Hi ludling. Ναι, ζαγοραίος (βλ. λήμμα), αλλά δε γίνεται μονά ζυγά δικά μας. Από τη μια λες ότι η στάνταρ γλώσσα της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας είναι η γλωσσική ποικιλία της Αθήνας. Από την άλλη πάλι λες ότι η γλώσσα που μιλάμε είναι η Κοινή Νεοελληνική. Λογικά, δεν γίνεται να ευσταθούν και τα δύο. Η Κοινή, για να υπάρχει, πρέπει να είναι εξ ορισμού διαφορετική, και μάλλον ευρύτερη, από το γλωσσικό ιδίωμα των Αθηναίων - αλλιώς δεν είναι κοινή. Αν αυτό ισχύει, είναι ΟΚ να αποκαλούμε τα Αθηναϊκά ντοπιολαλιά. Η εξίσωση της Κοινής με τα Αθηναϊκά είναι, όπως λες, αυθαιρεσία.

Μια ενδιαφέρουσα υποσημείωση: το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρ. Τριανταφυλλίδη περιλαμβάνει το 'χαμουτζής' (Σαλονικιοί για Αθηναίους) αλλά όχι το 'σελεμελές' ούτε το 'μπαγιάτης' (Αθηναίοι για Σαλονικιούς).

Η προσωπική μου άποψη είναι πιο χαλαρή (με το λ παχύ, εννοείται): η Κοινή είναι φιλολογική κατασκευή, πολλές ντοπιολαλιές συνυπάρχουν και εκεί που τέμνονται συννενοούμαστε - καλή ώρα. Και ευτυχώς το σύνολο που προκύπτει από την τομή είναι μεγάλο.

#4
earendil_ath

Ένα σχόλιο σχετικά με τη γλώσσα των σημερινών Αθηναίων και τη νεοελληνική κοινή.

Μια κοινή γλώσσα είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται από τους κατοίκους μιας χώρας για να συνεννοούνται στη δημόσια σφαίρα (πχ στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες), ενώ στο σπίτι τους μιλούν την τοπική τους διάλεκτο. Σε ορισμένες χώρες, όχι όμως και στην Ελλάδα, η κοινή γλώσσα ταυτίζεται με το τοπικό ιδίωμα μιας περιοχής (πχ στην περίπτωση της Ιταλίας, η κοινή ιταλική είναι το τοπικό ιδίωμα της Φλωρεντίας). Η ιδιαιτερότητα της Αθήνας είναι ότι δεν έχει τοπικό ιδίωμα (γλώσσα με στοιχεία που να υπάρχουν μόνο στην Αθήνα): οι Αθηναίοι μιλούν την νεοελληνική κοινή και στο σπίτι τους, και στη δημόσια σφαίρα. Οι λόγοι είναι ιστορικοί:

Προεπαναστατικά υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο διάφορες διάλεκτοι (βλ. χάρτη), οι οποίοι μπορούν να υποδιαιρεθούν σε Βόρειες και Νότιες. Το 1828 έφυγαν οι Τούρκοι από την απελευθερωμένη Ελλάδα (στην οποία οι νότιες διάλεκτοι έξαφνα ήταν πλειοψηφία) και το 1832 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Η Αθήνα τότε ήταν ένα μικρό χωριό κάτω από την ακρόπολη που οι κάτοικοί του μιλούσαν μια νότια διάλεκτο, την παλιά αθηναϊκή.

Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας, μετανάστευσαν στην Αθήνα πολλές χιλιάδες άνθρωποι από όλες τις περιοχές του νεοελληνικού κράτους, οι οποίοι όπως είδαμε μιλούσαν κυρίως νότιες διαλέκτους. Από τον συγχρωτισμό αυτών των διαλέκτων προέκυψε η νεοελληνική κοινή, ενώ λόγω του πλήθους των νέων Αθηναίων, η παλιά αθηναϊκή εξαφανίστηκε, και μοναδικό της ίχνος είναι η λέξη τσουλάω < α.ε. κυλίνδω.

Ένας ακόμα λόγος που δεν υπάρχει αθηναϊκή διάλεκτος (διάλεκτος που να μιλιέται μόνο στην Αθήνα) είναι ότι όπως φαίνεται και στο χάρτη, στο μεγαλύτερο μέρος της Αττικής, της Ν. Εύβοιας και της Κορινθίας οι άνθρωποι δεν μιλούσαν ελληνικά, αλλά αρβανίτικα. Στις άκρες αυτής της περιοχής, δηλαδή στην Κύμη της Εύβοιας, στην παλιά Αθήνα, στα Μέγαρα και στην Αίγινα μιλούσαν νότιες διάλεκτοι και οι ειδικοί πιστεύουν ότι αυτές οι διάλεκτοι μιλιόντουσαν στις περιοχές των αρβανιτών πριν τη μετανάστευσή τους στη νότια ελλάδα κατά την οθωμανική περίοδο. Μετά την απελευθέρωση, οι αρβανίτες άρχισαν να μιλούν και ελληνικά (έγιναν δίγλωσσοι), λόγω όμως της γειτνίασης με τη νέα πρωτεύουσα, η ελληνική γλώσσα που μιλούσαν ήταν η νεοελληνική κοινή και όχι μία από τις νεοελληνικές διαλέκτους. Μετά το 1950 η γνώση της αρβανιτικής ελαττώθηκε ραγδαία (οι δίγλωσσοι έγιναν μονόγλωσσοι) και σήμερα, στις πρώην αρβανίτικες περιοχές παρατηρείται αυτή η έλλειψη ντόπιων διαλέκτων.

#5
HODJAS

Όμως το τσ-ι-ουλάω - μσν. κυλάω-ώ (τσιτακισμός + προφορά ύψιλον με umlaut + ασυναίρετο), όπως παλιότερα άχ-ι-ουρα/άχυρα, σ-ι-ούκα/σύκα κλπ, δεν είναι το μοναδικό κατάλοιπο της γκαγκαρέικης, αφού ζεί και βασιλεύει σε κύρια ονόματα (π.χ. πλατεία Καρύτση/Καρύκη, συνοικία του Γαλάτση/Γαλάκη και όχι το Γαλάτσι ή Γαλάζιο όπως κάποτε έλεγαν την ρουμάνικη πόλη, η Καρέα/Καρυά και όχι ο Καρέας) και (σπανιότερα) σε ένθετα -ι-, όπως π.χ. το αστυνομικό τ-ι-μήμα, το ατ-ι-μοσίδερο, το π-ι-συγείο κλπ.

#6
earendil_ath

πολύ ενδιαφέρον ^

#7
vikar

«[Τ]ράβα στον πάγκο, ρε σύ, μήν κάθεσαι έτσι σε λέω, να σε βάλουνε τίποτα ιώδια», μου λέει ο «Σε λε-Με λέ», χασαπόπουλο στο Καπάνι, που μιλούσε με βαριά θεσσαλονικιώτικη προφορά.

Θωμάς Κοροβίνης, «Η φάτνη της "Σεχραζάτ"» (2013) -απ' τη συλλογή «Τι πάθος ατελείωτο» (Άγρα, 2014)