Το ποτό ή το ρόφημα που, λόγω ξενερωσιάς ή τσιγκουνιάς, έχει παρασκευαστεί με πολύ περισσότερο νερό απ' όσο χρειάζεται.

  1. - Να σου κάνω μια σούπα, πού 'χεις τον λαιμό σου;
    - Μπλιάξ! Δεν τα πίνω εγώ αυτά τα νερομπούλια!
    - Καλά βρε παιδάκι μου, μη φωνάζεις και βήχεις όλη νύχτα, να σ' την κάνω σφιχτή...
    - Όχι ρε μάνα, άσε με ήσυχο, θα ξεράσω!
    - Μα αφού το είπε κι ο γιατρός ότι θα σου κάνει καλό.

  2. - Δεν ξαναπάω σ' αυτή την καφετέρια, όλο νερομπούλι τον κάνει τον καφέ.

βλ. και νερομπούρμπουλο, νερόπλυμα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
jesus

κ ως γνωστόν, οι πυραμίδες στην αίγυπτο καθυστερούσαν επειδή ο καφές ήταν νερομπούλη.
'πρέπει να έχει ωραία θέα από κειπάνω!!!'

#2
jesus

εεε...νερομπούλι βασικά
'στα τρία την έκοψα, αστερίξ, στα τρία!!!'

#3
Cunning Linguist

jesus, τα μπέρδεψες! Αυτό είναι από ένα τιραμισουρεαλιστικό μικυμάου με τον Μίκυ και τον Γκούφη που είχε κυκλοφορήσει στο «Κόμιξ».

Συνώνυμο του νερομπουλίου είναι το ξέπλυμα.

#4
jesus

μπά γαμώτο κάνε...

#5
iron

επίσης νερομπλούμ (ή μόνο εγώ το λέω;)

#6
MXΣ

ναι, παίζει, και σκέτο μπλουμ, κατά το «πατάτες μπλουμ»