1. Νοιώθω ξαφνικό φόβο ή τρομάρα. Συνώνυμο του κλάνω μέντες ή κλάνω πετούγιες.

  2. Κλάνει πατάτες: απότομος θόρυβος όταν ξεμπουκάρει η εξάτμιση ενός αυτοκίνητου ή μιας μηχανής. Οι περαστικοί συνήθως εξίστανται, επικαλούμενοι τα θεία ή το θρυλικό έτσι να κάνει ο κώλος σου!

«Χέντριξ και Καζαντζίδης
δέκα χιλιάδες βατ να κλάσουνε πατάτες οι μπάτσοι και τα MAT»
(Τζιμάκος)

Βλ. και κλάνω μαλλί

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
Επισκέπτης

kalooooo