Με τον όρο κότσος αναφερόμαστε σε έναν τύπο χτενίσματος κατά τον οποίο η γυναίκα μαζεύει τα μακριά μαλλιά της στο πίσω μέρος της κεφαλής. Η λέξη προέρχεται από τον αρχαιοελληνικό «κόττο», που σημαίνει το λειρί του κόκορα. Από αυτή τη λέξη προκύπτει και η κότα! Το φουσκωτό χτένισμα της γυναίκας που μοιάζει με κόττο, σιγά σιγά παρεφθάρη και έγινε: «κότσος».

Η μεταφορική φράση: «πιάνω κάποιον κότσο» σημαίνει ότι τυλίγω, ξεγελάω με δόλο, παραπλανώ.

  1. Απόσπασμα από blog:

Τελικά δικό μου είναι το λάθος... Με έπιασε κότσο εκείνη η καπριτσιόζα η μάγισσα που όταν μου πούλησε εκείνο το made in Taiwan ξόρκι... μου είπε: «Πρίγκιπά μου δε φταις εσύ, το μυαλό τους φταίει... Η καλοσύνη και η γοητεία δε μετράνε όταν τα προσφέρεις στο πιάτο... Για αυτό γίνε βάτραχος για να μπορούν όλα τα όμορφα κοριτσόπουλα να γοητεύονται από το ονειρεμένο παραμύθι του μυαλού τους πως θα μετατραπείς σε πρίγκιπα μόλις σε φιλήσουν...»

  1. Σχόλιο σε blog:

Ίσως να έχεις δίκιο και να με έπιασαν κότσο! Να με έπιασαν σε μια στιγμή αδυναμίας που λειτούργησα με το συναίσθημα και όχι με την λογική! και πίστεψέ με όταν θέλεις να βοηθήσεις και αποφασίζεις να κάνεις κάτι τέτοιο βοηθάς ήδη στην γειτονιά σου και στην πιο κάτω γειτονιά!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία