Από την ιταλική λέξη «coglioni» που σημαίνει τα ανδρικά γεννητικά όργανα (ίδιας ρίζας με τη γνωστή ισπανική λέξη «cojones»). Χρησιμοποιείται σε όποια περίπτωση μπορείτε να φανταστείτε, αλλά κυρίως για να δηλώσει αγανάκτηση.

- Ρε μαλάκα Τάκη, όλο κλεισμένος σπίτι είσαι. Θα έρθεις σήμερα;
- Δεν μπορώ ρε, βγήκε το καινούριο expansion του Warcraft.
- Κογιόνι πια!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
GATZMAN

Σχετίζεται με τη λέξη κογιονάρω, που λένε στα επτάνησα;

#2
notheitis

επίσης στα Αγγλικά, bollocks

#3
sarant

Ναι, σχετίζεται. Βασικά, στα επτανησιακά η λέξη πρέπει να έφτασε από τα βενετικά, όπου είναι το ρήμα cogionar και το ουσιαστικό cogion, που σημαίνει αφενός όρχις και αφετέρου ανόητος, αγαθιάρης.

Να σημειωθεί πως σε κεφαλλονίτικο γλωσσάρι που κυκλοφορεί στο ιντερνέτι υπάρχει ήδη η σημασία «κογιόνι = κορόιδο».