«Την ψωνίζω» σημαίνει επίσης γίνομαι ψώνιο, φέρομαι υπεροπτικά, αλαζονικά, έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, είμαι νάρκισσος. Εξ ου και το «ψωνισμένος» . Λέμε επίσης «είμαι ψωνισμένος με κάτι», δηλαδή μου αρέσει υπερβολικά, αλλά και «ψωνίζομαι» μαζί του. Λ.χ. «είμαι ψωνισμένος με τα αρχαία», σημαίνει «είμαι αρχαιόκαυλος».

Απ' όταν γράφτηκε στο slang.gr έχει ψωνιστεί ότι μιλάει καλά την ελληνική σλανγκ. Κυκλοφορεί συνέχεια λέγοντας ατάκες που τις καταλαβαίνει μόνο ο ίδιος κι οι σλανγκιστές, κι άμα τολμήσεις να του πεις και τίποτα, σου κάνει παρατήρηση ότι δεν χειρίζεσαι καλά την σλανγκικήν, και σε στέλνει αδιάβαστο! Άλλος Μπαμπινιώτης μας προέκυψε!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
iron

άραγε, χαλ, οι κρητικοίνε λένε την πουσουνίζω;

#2
vikar

M' αυτήν τη σημασία δεν τό 'χω ακούσει ποτέ το την ψωνίζω, αλλα μόνο το ψωνίζομαι. Σίγουρα λέγεται;...

#3
PUNKELISD

Γνωστή και μη εξαιρετέα. π.χ.:
- Ποιος;! Ο Λάκης ποιητής;! Πάει, την ψώνισε κι αυτός...
Νομίζω καλύτερα από το «πάει, ψωνίστηκε κι αυτός», αλλά 'ν'ν' κακό κι έτσι.

#4
vikar

Σωστά, αλλα σ' αυτήν την περίπτωση την ψώνισε θα σήμαινε άλλο πράμα, συγκεκριμένα «τρελάθηκε, τό 'χει χάσει, έχει ξεφύγει» (που είναι θα έλεγα και η κλασική σημασία της φράσης). Έτσι δεν είναι;...

#5
PUNKELISD

Στην Ελληνική ταινία «Η Δε Γυνή Να Φοβείται Τον Άνδρα» (κοίτα να δεις παράδειγμα που μου 'ρθε...), μετά τον θάνατο του Μιχαλάκη (Λουκιανός Ροζάν), ο Ιάσων (Δημήτρης Καλιβωκάς) εκφράζει πολλάκις την γνωστή ρητορική απορία «τι είναι ο άνθρωπος;», επηρεασμένος λοιπόν ο Αντωνάκης (Γιώργος Κωνσταντίνου) εκφράζει ασυναίσθητα την ίδια απορία και συνεχίζει: «αμάν! την ψώνισα κι εγώ» κι εννοεί αυτό ακριβός που είπες, δηλαδή ότι τα' χει χάσει, παίρνω όμως όρκο ότι το έχω ακούσει και με την έννοια του παρόντος ορισμού.

Και έρχομαι να ρωτήσω: αφού η κλασική σημασία της φράσης «την ψώνισε» είναι τα «τρελάθηκε, τό 'χει χάσει, έχει ξεφύγειι», γιατί δεν υπάρχει στο σλάνγκγκρ; ε;