Οι καύλες.
Την παίρνει τηλέφωνο κάθε φορά που έχει φουσκοπαπαριές.
Οι καύλες.
Την παίρνει τηλέφωνο κάθε φορά που έχει φουσκοπαπαριές.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο επονομαζομενος μπαζογαμιάς
Η αληθεια ειναι οτι ειμαι τρελος μπαζακιας.Κατι τετοια ειναι το βιτσιο μου.Ειναι και νοητικα καζαμπουμπου τελειως.....η καλυτερη μου.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Αυτός που τον έχουν κάνει σουμπούτεο, δηλαδή τον έχουν τσιμεντώσει και βυθίσει στη θάλασσα, όπου πλέον κάνει υποβρύχιες έρευνες, όπως ο Γάλλος ωκεανογράφος Ζακ-Υβ Κουστώ.
Ρίχνει χαστούκια στον Βάγγελα, αλλά τον βλέπω να κάνει τον κουστώ σε λίγο.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Η και κομψαλίδικο. Πιθανότατα από το κομψός.Πρόκειται για κάτι πλαστό, φανταχτερό, δήθεν, ντεμέκ , κίβδηλο, παραχαραγμένο, ελαττωματικό, όχι γνήσιο, όχι ποιοτικό. Συναντιέται στην περιοχή Θεσσαλονίκης κατά κανόνα ως προσδιορισμός σε παραχαραγμένα χρυσά νομίσματα, λίρες κλπ.
Ασε, την πάτησα! Η λίρα που με πλήρωσε είναι κομσαλίδικη.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Από την περσική λέξη zengin που μας έχει έλθει από τα τουρκικά σημαίνει τον πλούσιο και βρίσκεται κυρίως στις ποικιλίες της Καππαδοκίας και της Κρήτης. Σήμερα σώζεται περισσότερο ως επώνυμο. (Δες).
Παντρεύτηκε ζεγκίνη.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο παλαιστής, από περσική λέξη που μας ήρθε διά των τουρκικών. (Δες).
Οι Πεχλιβάνηδες σε ένα από τα πρώτα πανηγύρια που επέστρεψαν φέτος Πήγαμε στη Νιγρίτα Σερρών, δύο χρόνια μετά την πανδημία και ο Δημήτρης Τασκούδης φωτογραφίζει το έθιμο της πάλης. (Δες).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο άσχημος. Περσική λέξη (çirkin) που μας ήρθε μέσα από τα τουρκικά. Πλέον σώζεται κυρίως στα επώνυμα Τσιρκίνης και Τσιρκινίδης. (Δες).
Παντρεύτηκε τσιρκίνη.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το δίκαννο όπλο. Από τα περσικά μέσω τουρκικών, όπου çift είναι το ζευγάρι, βλ. τσιφλίκι, αρχικά τσιφτιλίκι = το ζευγάρι τα βόδια. (Δες).
Καλεύ' ένα άλογο, παίρ' κι ένα τσ̑ιφτέ, κόφτ' δεσποτιού το στράτα. (Από την Καππαδοκία).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Περσική λέξη που μας έρχεται από τα περσικά. Τσιφ-τέκ σημαίνει ζυγά μονά, και είναι κουμαρτζίδικο παιχνίδι που έπαιζαν τα αγόρια με μπίλιες. (Δες).
Τα παιδιά παίζανε τσιφτέκ.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Περσική λέξη που μας έρχεται από τα τουρκικά (çene) και σημαίνει τη σιαγόνα, αλλά και αυτόν που μιλάει πολύ.
Έχει μεγάλο τσενέ. (Δες).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!