έκφραση Λύπη, στενοχώρια, απογοήτευση (κοροϊδευτικά)

- Πω δουλεύω αύριο 11 με 7, θα χάσω την Παλας -Μου μωρέ μου, θα χάσει την Παλας ο κριντζακος.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ορίζεται και ως κοκομπλόκο, το επονομαζομενο κρασαρισμα. Το τσοτσο αποτελεί το τελευταίο επίπεδο κρασαρισματος. Συναντάται πολυ συχνά με τη μορφη: έφαγα τσοτσο ή τσοτσαρα.

Ειδα τη θεία Λίτσα στο πορχαμπ κι έφαγα τσοτσο φίλε.

Δεν μπορώ να γράψω μήνυμα ρε μπρο, έχει τσοτσαρει το πληκτρολογιο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ετυμολογία λέξης:(η καροτίδα) Χρησιμοποιείται κυρίως για να γίνει αντιληπτή η αίσθηση του θυμού.

Τί είπες ρε χλεχλέ; Θα σου κόψω τον γκαρούτσαβλο!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

"'Ε μπρο. Χαρμάνιασα. Πάμε για κανα τσιγάρο στα πεκ"

Μια ενέργεια που πραγματοποιείται κρυφά η με πρόθεση να μην γίνει αντιληπτή.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

'Αλλη μια έννοια της υπερκλασικής, αιώνιας και πολυχρηστικής λέξης "μαλάκας".Όταν προηγείται το άρθρο "ο" και ακολουθεί η κτητική αντωνυμία "σου" το πράγμα βαραίνει, είναι προσβόλα και είμαστε λίγο πριν από το ξύλο. Επίσης μπορεί να σημαίνει απλά το έτερον ήμισυ.

— Μαράκι πες στον μαλάκα σου να μην παρκάρει πετάει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι, θα τον εγαμήσω.

— Σκάει η Λένα με το μαλάκα της στο πάρτυ, τι φλώρος ρε μαλάκα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ψεύτης/τρα
Σε αντίθεση με τον ζαμπονιέρη, ο ζαμπονιάρης είναι ο ψεύτης. Σαν χαρακτηρισμός υπάρχει κυρίως στο νησί της Ρόδου και πιο συγκερκιμένα στα χωριά. Ο Ζαμπονιάρης/α δεν είναι απλά οποιοσδήποτε πει ψέματα, αλλά αυτός που λέει συνεχώς και όλοι τον έχουν καταλάβει.

Πάμε σήμερα στο Λόχαν; Άκουσα έχει τρελή φάση.
- Άσε βρε ζαμπονιάρη, απλά είναι όλες οι γκόμενες εκεί και θες να πας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αθάνατη ελληνική βρισιά βγαλμένη απο το θρυλικό πρωτάθλημα Β' ομάδων στα ΤΕΦΑΑ (Άρης - Ηρακλής, 0-1). Χαρακτηρίζει τον ομοφυλόφιλο άνδρα που είναι ένα σκαλοπάτι πιο πάνω στην ιεραρχία απο τους άλλους ομοφυλόφιλους άνδρες απο άποψη ομοφυλοφιλίας.

- Τι σφυρίζεις ρε πουσταροπούσταρε

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Μαζέτα, ή τριαντενή μαζέττα , ορίζεται ως ο/η δωροδοκημένος/η, ή ο/η ψεύτης/τρα , ή ο/η πονηρός/η. Προέρχεται απο την λέξη ιταλική mazzetta , που σημαίνει δωροδοκία. Συνήθως χρησιμοποιείται στον Ιαλυσό, μία πόλη του νησιού της Ρόδου, για να χαρακτηρήσει αυτόν που έχει δωροδοκηθεί, ή που λέει ψεμματα με κάποιον απώτερο σκοπό. Επίσης ως μαζέτα ή τριαντενή μαζέτα ( σ.σ Τριάντα = Ιαλυσός ), μπορεί να χαρακτηρισθεί και ο παπατζής

- Εμένα ο ξάδερφος μου δουλεύει στην ΝΑΣΑ

- Άντε μωρη τριαντενή μαζέτα στρίβε απο εδώ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η λέξη που περιγράφει έναν άνθρωπο χαζό, ή και ενοχλητικό με έφεση στην αποδοχή καρπαζιών, ολογράφως φάπας.

- Κοίτα τον Γιάννη πάλι πως μαλακίζεται

- Μία ζωή φυστίκας ήταν αυτός

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Γεια σου γαμόφλαρε παιδαρά!

Φλάρος είναι ο φραγκόπαπας. Την λέξη «γαμόφλαρος», αυτός που γαμεί τον φλάρο, ο Έλληνας την χρησιμοποιεί σαν κλητική προσφώνηση αντί για το «παλικαρά μου, λεβέντη μου».

Στο Βυζάντιο ο κλήρος ήταν και κράτος και διοίκηση. Από το πρώτο σχίσμα επί Φωτίου και ύστερα ολόκληρη η ιστορία του Βυζαντίου κλείνεται σε μια λέξη: στο αποτροπιαστικό και δυσώδες Filioque (και του Υιού). Στα χρόνια της Άλωσης το πράγμα είχε καταντήσει εκεί, που ο εχθρός του κράτους πια δεν ήταν ο σουλτάνος, αλλά ο πάπας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε