1) Πρόκειται για όρο ενδεικτικό της κατάστασης μιας απεριποίητης ηβικής περιοχής, η οποία θυμίζει έντονα τον επεξηγούμενο όρο.
2) Παρασυνθηματική λέξη για το χασίς.

1) Η Λυδία, μεγάλη φούντα... Ρώτα όλους τους πρώην της. 2) Στο πάρτυ θα έχει φούντα ή να φέρω από το σπίτι;;;

εδώ βαράει εξαφάνιση το ίδιο το αντικείμενο, δε θα βαράει η αργκό του;) (από xaxac, 07/10/08)και με τις 2 σημασίες (από Khan, 27/01/14)

Σχετικά με το 2): φουνταμενταλισμός, ο, χασίστες και φουντικοί, Ποκαφούντας, πρεζόφουντα, χάχα, η

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πρόκειται για παράφραση του γαλλικού «faux bijoux» που σημαίνει το μη αυθεντικό κόσμημα, και περιγράφει το ψεύτικο, απότοκο πλαστικής επέμβασης, στήθος.

-Πάντα το ζήλευα το στήθος της Ελένης... -Κι εγώ, μέχρι που έμαθα ότι είναι φο-βυζού!!!

Ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική. (από Vrastaman, 31/07/08)

βλ. και κονάτο

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πρόκειται για λεξιπλαστικό όρο (τσούλα με την κατάληξη επιθέτου «-ίδου») ο οποίος χρησιμοποιείται αντί του επιθέτου και περιγράφει την γυναίκα εκείνη που συγκεντρώνει στο πρόσωπό της όλα τα χαρίσματα της τσούλας.

- Τη βλέπεις αυτή εκεί; Χριστίνα Τσουλίδου με τ΄όνομα. Δεν της έχει γλιτώσει τίποτα αρσενικό!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Φράση που χρησιμοποιείται ευρέως όταν κάποιος θέλει να διαψεύσει κάτι ή να χαρακτηρίσει ένα στοιχείο ως ψευδές.

- Είπε ότι δεν πρόκειται να με ξανακερατώσει.
- Ναι καλά, αυτά είναι του κώλου!

(από patsis, 30/08/13)

Δικαιολογίες του γκόλουμ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η γυναίκα που προτιμά ερωτικά τις γυναίκες, η λεσβία, η ομοφυλόφιλη.

Κοίτα τις τζιβιτζιλούδες που φιλιούνται!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Παραλλαγή του ονόματος γνωστού χωριού της Κρήτης η οποία παραπέμπει στη διαρκή ασχολία των κατοίκων του να σχολιάζουν αλλά πάνω απ' όλα να γνωρίζουν τα πάντα, όπως και γνωστή και δημοφιλής παρουσιάστρια.

-Πού θα πας να ηρεμήσεις μετά το χωρισμό σου; -Θέλω να πάω στο τατιανοχώρι αλλά θα το ξέρουν ήδη, οπότε...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όρος που χρησιμοποιείται για άνδρες (αλλά και για γυναίκες με τη λέξη «σπασαρχίδω») οι οποίοι είναι ιδιαιτέρως εκνευριστικοί, σε σημείο να «σπάνε τα αρχίδια» όποιου τους ακούει (εξού και η λέξη).

Καλά, επικοινωνείς; Θα φέρεις και τη σπασαρχίδω τη Μαρία μαζί;;; Ωραία θα περάσουμε!!!

σπάζτης... (από BuBis, 21/09/09)(από xalikoutis, 30/09/09)(από patsis, 21/05/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Προσφιλής λέξη για την έκφραση συναισθημάτων όπως η αποτυχία, η απαισιοδοξία, η ματαιότητα, η απογοήτευση κ.ο.κ.

Σκατά! Πάλι μου πήραν τις πινακίδες.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κατά το ήμισυ λατινογενής φράση, αφού συντίθεται από το ελληνικό «σαύρα» και το ιταλικό «ραγκάτσα», που σημαίνει κοπέλα.

Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποια κοπέλα είναι πολύ άσχημη.

(εμπνευσμένο από πραγματικό διάλογο σε 5ήμερη εκδρομή λυκείου των Νοτίων Προαστείων)
Αγόρι σε μια κοπέλα γυρισμένη πλάτη αλλά με ωραίο σώμα: -Bella ragazza! (=ωραία κοπέλα)
Το ίδιο αγόρι όταν η κοπέλα γύρισε: -Α!(επιφώνημα φρίκης), σαύρα ραγκάτσα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ιδιωματική - ιδιωτική λεξιπλαστική λέξη, πιθανώς παράφραση της λέξης «σαλαμάνδρα» (από γνωστό παιδί - κουμπί), η οποία δεν έχει κάποιο σαφές νόημα.

Χρησιμοποιείται ανάλογα με το γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται.

(αληθινός διάλογος σε γνωστό κατάστημα γρήγορης εστίασης)
Κοπέλα στην παρέα μιλώντας για θέμα που δεν θυμάμαι: - ...Σα μια μάνα.
Αγόρι απαντώντας χιουμοριστικά: - Παναγία μου, μια σαμιαμάνα, μια σαμιαμάνα!!!!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία