Ορθογραφικός εξαμερικ(λ)ανισμός του αρκτικόλεξου ΜΚΟ (προφέρεται [μι-κι-ο]).
Μας έχουνε κατακλύσει οι Mickey O(h), σώνει πια, νισάφι λέμε!
Ορθογραφικός εξαμερικ(λ)ανισμός του αρκτικόλεξου ΜΚΟ (προφέρεται [μι-κι-ο]).
Μας έχουνε κατακλύσει οι Mickey O(h), σώνει πια, νισάφι λέμε!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Το σινάφι των αθλητών, κατά το πρότυπο της λέξης αληταριό. Ο όρος έχει ελαφρά μειωτικό (ή και κάπως συνένοχο) τόνο.
1) -Πώς ήτανε το μαγαζί; -Τίγκα στο αθληταριό, μασχαλίλα(ς) μύριζε. 2) -Καλά, πολύ τη βρίσκω όταν σκάει μύτη το αθληταριό και χαζεύουνε το μπικίνι μου!
Συνέντευξη με ένα αθληταριό
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τα γομάκια (συνήθως στον πληθυντικό) είναι τα τρίμματα της γόμας, γνωστής και ως γομολάστιχας ή σβήστρας.
[...] έκανα συλλογή από τα τρίμματα της γόμας (αλλιώς τα γομάκια όπως τα έλεγα), [...]
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Γυναίκα που είναι αναγνωρίσιμη επειδή(ς) είναι λαϊφσταϊλού και καλά ηθοποιός/σκυλού και τα τοιαύτα, επειδή(ς) διατηρεί λογαριασμό influencer, επειδή(ς) οι υπόλοιποι είναι εντελώς ηλίθιοι και της έχουνε δώσει αξία χωρίς να έχει μόνο και μόνο γιατί πλασάρεται. Υπάρχουν και τέτοιοι άντρες, φυσικά, αλλά το "επώρνυμος" δεν ακούγεται τόσο αστείο, γιατί δεν περιέχει ολόκληρη τη λέξη "πόρνος", ενώ το "επώρνυμη" περιέχει, ακουστικά, ολόκληρη τη λέξη "πόρνη". Μπορεί να γραφτεί και "επόρνημη" ή "επόρνυμη" ή "επώρνημη", ανάλογα με το πόσο explicit βούλεται να είναι ο εκστομίζων.
Άσε ρε μαλάκα, ο τύπος έχει μπλέξει και καλά με μια επώρνυμη και του τα τρώει κανονικά, λέμε!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Σε παλαιότερη δημοσιογραφική slang, το πολιτικό σύστημα που εφάρμοζε ο (πατέρας) Μητσοτάκης εμπνευσμένος από πολιτικές της Μάργκαρετ Θάτσερ.
Σε επίπεδο ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης φάνηκε ιδιαίτερα σκληροπυρηνικός (νεοφιλελεύθερος), γι’ αυτό και του καταλογίστηκε ο λεγόμενος «μητσοθατσερισμός».εμφανιζόμενο κείμενο συνδέσμου
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Συντομογραφία για τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, λατινιστί Novus Ordo Seclorum. Συνήθως προφέρεται [νου-του-που]. Εξωσλανγκικώς σημαίνει και Νέες Τεχνολογίες Πληροφορίας (βλ. π.χ. https://dmaked.pde.sch.gr/anakoinoseis/anakoinoseis/450-oi-nees-texnologies-pliroforias-ntp-stin-eidiki-agogi-kai-ekpaidefsi)
Άλλωστε η γυμνή πραγματικότητα της ΝΤΠ επιβεβαιώνει πώς καταδικάζει την ανθρωπότητα, [...] Από εμφανιζόμενο κείμενο συνδέσμου
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Κατ' ευφημισμόν ο πούτσος. Απαντά και η προφορά μπλούτσος.
πως στον πλούτσο έγινε αυτός κάτι παραπάνω από παρκαδορος τρικυκλων σε παιδική χαρά είναι μυστήριο
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Ο πρωθυπουργός της πορδής. Ανάλογα με την έμφαση που θέλει να δώσει ο χρήστης, γράφεται και πορδηπουργός (όπου τονίζεται η πορδή) ή πωρδυπουργός (όπου μοιάζει με το πρωθυπουργός ορθογραφικά ακόμα περισσότερο και όπου το αστειάκι είναι -υποτίθεται- πιο ύπουλο, όπως μια "ύπουλη" πορδή). Το πρόθημα πρωτο-, πρωτ-, πρωθ- μπορει να γινει πορδ- σε πολλές άλλες λέξεις (λ.χ. πρωτοψάλτης > πορδοψάλτης, πρωτεύοντα > πορδεύοντα).
ο πορδυπουργος ειπε οτι θα "αποζημιωθουν ολοι και μαλιστα πλουσιοπαροχα, και μετα οι περισσοτεροι θα επαναπροσληφθουν".
https://www.hlektronika.gr/forum/archive/index.php/t-70812-p-2.html
ο πορδηπουργός έφαγε μπουγάτσα
https://twitter.com/Lina1985LP/status/1613968636225507328?lang=el
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Ό,τι προσιδιάζει στην αισθητική ή τη συμπεριφορά μιας εταίρας, κοινώς πουτάνας. Από την παθητική μετοχή putanisé(e) του γαλλικού ρήματος putaniser 'εκπορνεύω, υποβαθμίζω σε επίπεδο πουτάνας'
Kύριε Σούλη μου, λίγο προχωρημένο μου φαίνεται, πολύ πουτανιζέ ήθελε να πει, αλλά ο μετρ τον βάζει στη θέση του.
https://www.athensvoice.gr/life/tv-series/103420/allaxe/
putaniser \py.ta.ni.ze\ transitif ou pronominal 1er groupe (voir la conjugaison)
Donner un caractère de putain à.Πhttps://www.lalanguefrancaise.com/dictionnaire/definition/putaniser
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Η Δευτέρα μετά από Σαββατοκύριακο (το οποίο μπορεί να ακολουθεί και άλλη, μεγαλύτερη αργία). Το λένε έτσι γιατί παλιά οι τσαγκάρηδες δεν δούλευαν τις Δευτέρες. Σήμερα χρησιμοποιείται ως αστείο προς κάποιο άτομο που είτε αργεί είτε δεν ξεκινάει καν να δουλέψει τη Δευτέρα, υπονοώντας πως είναι τεμπέλης και υπεκφεύγει τη δουλειά.
-Τι έγινε ρε Κώστα, ακόμα να πιάσεις δουλειά; Τσαγκαροδευτέρα σήμερα;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε