Μία ακόμη τρανή λαϊκή ατάκα πολύ χρήσιμη όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάποιον ο οποίος κολλάει σε λεπτομέρειες.

Πρωταγωνίστρια της φράσης η γνωστή μας άγνωστη Μάρω, η οποία συχνά αναφέρεται μαζί με το μουνί της. Όχι επειδή έχει κάποιο γυναικολογικό πρόβλημα ή επειδή το γεννητικό της όργανο έχει κάποιες παράλογες ιδιότητες, απλά επειδή ο όρος «μουνί» συναντάται πολύ συχνά στις ελληνικές ρήσεις και το όνομα Μάρω βολεύει πολύ στο να σχηματίσουμε ρίμες (η ρίμα δίνει στόμφο, μπρίο και κύρος στην έκφραση - χώρια που αποστηθίζεται ευκολότερα). παραδείγματα :άλλο Τουπαμάρος κι άλλο το μουνί της Μάρως, κάτσε Μάρω να στον βάλω, και πολλά ακόμη που δεν θυμάμαι, αλλά που σίγουρα σας έρχονται στο μυαλό.

Στην ρήση αυτή, η Μάρω αντιμετωπίζει ως πρόβλημα τη μελανότητα του μουνιού της. Εννοείται όχι του οργάνου, αλλά του τριχωτού αυτού. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως η Μάρω γκρινιάζει για κάτι που το έχουν οι περισσότερες γυναίκες. Ενώπιον αυτής της κατάστασης μπορούμε να σκεφτούμε:

***** γιατί τη Μάρω την ενοχλεί κάτι που είναι κάπως αυτονόητο; και που σε τελική ανάλυση δεν της δημιουργεί κανένα πρόβλημα; Οι υπόλοιπες τί να πουνε δηλαδή; ή οι υπόλοιπες γιατί δεν ενοχλούνται; ποιο είναι τελοσπάντων το κόλλημα της Μάρως στον εγκέφαλό της;
***** η Μάρω δεν έχει με τίποτα άλλο να ασχοληθεί και ασχολείται κυριολεκτικά με τρίχες. ***** η Μάρω μπορεί να έχει όλου του κόσμου τα καλά, αλλά την ενοχλεί κάτι ασήμαντο. ***** αφού έτσι κι αλλιώς το μουνί μαύρο είναι, τί έχει να φοβηθεί;

Επομένως από τους παραπάνω συλλογισμούς αντιλαμβανόμαστε πια την έννοια της έκφρασης, δηλαδή ότι κάποιος πνίγεται σε μία κουταλιά νερό, αρπάζεται από κάτι άσχετο και φοβάται / αναστατώνεται / θυμώνει / γκρινιάζει και μας σπάει τα νεύρα.

  1. - Μα σοβαρά τώρα, ο Νώντας δεν θέλει να μου ξαναμιλήσει επειδή δεν του είπα γεια όταν τον είδα;;
    - Ε τι περιμένεις ρε Δημήτρη... Έτσι είναι ο Νώντας, ανάγκη που 'χει η Μάρω, που είν' το μουνί της μαύρο.

  2. - Και εκεί που πηγαίναμε τον πατέρα μου στα επείγοντα, πετιέται και μία χαζή και μου κάνει μία λακκούβα μπροστά στ' αμάξι... γάμησέ τα!
    - Α, ρε Στέλιο... Ανάγκη πού'χει η Μάρω που είν' το μουνί της μαύρο...
    - Τί εννοείς;;;;;

(από ironick, 21/10/08)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έκφραση αντίθεσης όταν ακούμε ένα βαρύ και φορτωμένο πρόγραμμα είτε που πρόκειται να μας αναθέσουν ή που κάποιος άλλος έχει.
Σημαίνει δηλαδή ότι εμείς βαριόμαστε πάρα πολύ, είμαστε τεμπέληδες ενώ ο άλλος μας μοιάζει Βέγγος.

Παρόμοια με την δεν παίζω ούτε τα βλέφαρά μου.

Μπορούμε επίσης να αλλάξουμε υποκείμενο αν μιλάμε για κάποιον άλλο.

- Μανόλη πήγαινε ρε συ αύριο να πληρώσεις τις τράπεζες! Με το δίκαννο θα μας κυνηγάνε.
- Τι λε ρε... εδώ εγώ βαριέμαι να κλάσω! όχι που θα τρέχω να ξεπληρώνω και τους μαλάκες...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα γροθοπιτάκια προέρχονται απο την λέξη γρόθος και είναι πλέον ένας ζωντανός θρύλος στην Κρήτη. Είναι μάστ, πρέπον δηλαδή, όποιος κρητικός επισκεφτεί το νομό Θεσσαλονίκης ή ακόμη γενικότερα την Μακεδονία να κάνει το παρωχημένο πια αυτό καλαμπούρι στον χ βορειοελλαδίτη εστιάτορα ή γκαρσόν.

Τα γροθοπιτάκια απ' όσο γνωρίζω ανακαλύφθηκαν μέσα στην δεκαετία των '80, όπου η πενταήμερη ήταν ένα δρώμενο στο οποίο ο καθένας έδινε ό,τι καλύτερο διέθετε από χιούμορ και το άλεθε με αυτό των υπολοίπων. Θα το είπε κάποιος με αρκετό θράσος και καθώς η απορία του σερβιτόρου ήταν αστεία, επέτρεψε στο αστείο να συνεχιστεί στις επόμενες δεκαετίες.

Και τώρα για να λύσουμε την απορία όσων δεν γνωρίζουν την πλάκα, έχει ώς εξής: εμείς με μία παρέα κρητικών (ακροατήριο) μπουκάρουμε μέσα σε ένα σουβλατζίδικο/ εστιατόριο / φαστφουντάδικο κλπ της όποιας Βορείου Ελλάδος πόλης που βρισκόμαστε. Όταν ο σερβιτόρος έρθει να πάρει παραγγελία, εμείς απαιτούμε τα γροθοπιτάκια. Όταν εκείνος με απορία μας κοιτάξει θα τον κατακρίνουμε που δεν τα πουλά και θα τον γελοιοποιήσουμε μπροστά στο ακροατήριό μας (που μπορεί αναλόγως τα ντεσιμπέλ της φωνής μας να έχει επεκταθεί στα γύρω τραπέζια) που σε ολόκληρο φαγάδικο δεν πουλά γροθοπιτάκια. Πριν αρχίσουν να ανάβουν τα αίματα εκμεταλλευόμαστε τη σωστή στιγμή (τάιμινγκ αγγλιστί) και χασκογελάμε σα βλάκες.

Για όσους Σαλονικιούς παύλα βορειοελλαδίτες έχουν υποστεί αυτή τη (βλαμμένη) πλάκα, μπορώ να σας ενημερώσω ότι γροθοπιτάκια ουδέποτε υπήρξαν σε κανέναν νομό της Ελλάδας, πόσο μάλλον της Κρήτης.

Η όλη πλάκα πιθανόν να ήταν ένα γλωσσικό ξέσπασμα καθότι είναι αρκετά συχνό εμείς οι Κρητικοί να επισκεπτόμαστε την Μακεδονία και να μην καταλαβαινόμαστε καθόλου με τους ντόπιους. πχ. -κρητικός: «κράτα μου δύο μπίρες» = φέρε μου δύο μπίρες. ή -κρητικός: «ψήλωσέ το» = δυνάμωσέ το. κλπ κλπ.

«Ίντα μου λες μωρέ γκαρσόνι τση πλάκας απου δεν έχεις λέει γροθοπιτάκια;;; Άμενε στο διάτανο εσύ κι όλο σου το μαγαζί!!!»

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έκφραση που χρησιμοποιείται για να δαχτυλοδείξουμε λεκτικά την ανικανότητα ή την ασχετοσύνη κάποιου σε ένα τομέα, ενώ αυτός πιστεύει ότι τα πάει τέλεια, καταπληκτικά.

Η σύνταξη αποτελείται απο το ρήμα κλάνω σε χρόνο αόριστο + μία ιδιότητα ανθρώπινη και έπειτα το ρήμα βγαίνω εξίσου στον αόριστο και την δεικτική αντωνυμία-βέλος προς τον δεχόμενο την προσβολή.

Η λογική της φράσης είναι η εξής: Αυτό που κάποιος κλάνει, είναι κάτι λίγο, μηδαμινό, που δεν μπορεί να αποκτήσει καμία δύναμη. Δεν έχουμε ακούσει δηλαδή για αέρια που ηλεκτροδοτούν, κινούν, φωτίζουν (χωρίς βοήθεια αναπτήρα εννοώ), κλπ. Οπότε, παρομοιάζοντας κάποιον με την κλανιά κάποιου θέλουμε να δείξουμε ότι δεν του φτάνει ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι, δεν είναι ίσοι τελοσπάντων.

Τώρα το γεγονός ότι ο άλλος είναι γέννημα της κλανιάς κάποιου, θέλει να δείξει ότι κάπου θέλει να του μοιάζει κι όλο προσπαθεί μα δεν τα καταφέρενει.

Αν λοιπόν για παράδειγμα κάποιος αρχίσει να ασχολείται με μηχανές αλλά δεν ξέρει την τύφλα του κι εκεί που δεν είχε οδηγήσει ούτε ποδήλατο σκάει παραπαίοντας πάνω σε μία ΤDM παίζοντάς το γαμιάς, τότε ταιριάζει η σύνταξη: «κάτσε ρε φίλε, που έκλασαν οι μηχανόβιοι και βγήκες εσύ να πούμε».

"Όταν έκλασε ο Νίτσε, βγήκε ο Γιάλομ", παλιό καλό λολοπαίγνιο ενάντια σε γιαλόμες και γιαλόμους. (από Khan, 24/04/14)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χαρακτηρισμός γυναίκας. Ποικίλλει βάρους ύψους και ηλικίας, είναι πάντα όμως αγενής, σπάει τα νεύρα, είναι μονίμως ξινισμένη και δεν γελάει ποτέ. Αυτή η γυναίκα μοιάζει πολύ με την Κατίνα, την κουτσομπόλα δηλαδή. Μόνο που ενώ το όπλο της εν λόγω κατίνας είναι το να διατυμπανίζει λεπτομέρειες από τη ζωή των άλλων επειδή αυτή δεν έχει, η κότα αντιθέτως έχει δική της ζωή και έχει κάνει χειρότερα σκάνδαλα από αυτά που περιφρονά, στο κεφάλι της όμως αυτή έχει δίκιο και κανείς άλλος.
Αυτή η συμπεριφορά της γυναίκας-κότας συναντάται σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής και έχει πάντα αποτέλεσμα να θέλουμε να της δώσουμε να φάει σκατά ενώ εμείς θα χαιρόμαστε και θα γελάμε απίστευτα όταν αυτό γίνει, το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτό δεν γίνεται ποτέ κι έτσι η κότα συνεχίζει το χαβά της.

μία γυναίκα παραβιάζει εκούσια το στοπ και βρίζει αυτόν που παραλίγο να χτυπήσει λέγοντας «δεν βλέπεις ηλίθιε, σού 'ρχομαι από δεξιά!!» και ο αυτόπτης μάρτυρας: «τι κότα είσαι εσύ μωρή...»

ή

στο τηλέφωνο:
- Παρακαλώ;
- Μαρία;
- Δεν είμαι η Μαρία, η Λία είμαι..
- Ποια είσαι εσύ πάλι; Δώσε μου τη Μαρία ΤΩΡΑ.
- Μαρίααα, σε ζητάει μία κότα!

Kids In The Hall - Chicken Lady Visits Her Old House (από alamo, 20/02/10)"Ααααα, γιατί είσαι κότα Μπάρμπαρα", η αρχή του επικού τραγουδιού. (από Khan, 21/02/14)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σημαίνει: Mένω:

  • μαλάκας
  • παγωτό
  • καρότο
  • άναυδος,
  • κάγκελο
  • σύξυλος,
  • στήλη άλατος,
  • εμβρόντητος,
  • μαρμαρωμένος,
  • με το στόμα ανοιχτό,
  • ενεός,
  • άλαλος,
  • σέκος (αυτό σημαίνει επίσης πεθαίνω ακαριαία),
  • σκουπόξυλο,
  • κατάπληκτος κλπ κλπ κλπ.

Το «μένω πίπα» είναι μία εμφανής παρομοίωση κάποιου που μένει με το στόμα ανοιχτό, σαν να κάνει πίπα.

- Το είπες τελικά στους γονείς σου ότι θα παντρευτείς την Κούλα;
- Ναι, εχτές, και όταν το είπα έμειναν και οι δύο πίπα. Η πρώτη αντίδραση ήταν μετά από πέντε λεπτά, που πήγε ο πατέρας μου να βάλει να πιει ουίσκι.

Βλ. και παθαίνω πλάκα, καγκελώνω

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σαν + μούτζα σημαίνει επίσης και ανάποδο γαμώτο, δηλαδή άνθρωπος απεριποίητος, ακαλαίσθητος, που είναι γενικά άσχημη εικόνα για τα μάτια, σαν να βγήκε από ανέκδοτο. Όταν τον δεις αυτομάτως παίρνεις μία έκφραση λύπης και αηδίας, που σου σηκώνεται το μισό χείλι και μικραίνουν τα μάτια σου.

Σαν μούτζα πχ. είναι μία γυναίκα που έχει λιώσει στο σολάριουμ και φοράει άσπρο κονσίλερ, ή ένας τύπος που φορά μπλουζάκι κολλητό και διαγράφεται από μέσα το δάσος του αμαζονίου από τις τρίχες.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο χοντρός άνθρωπος, πολύ υποτιμητικά.

Έχουμε ξίγκι = λίπος. Επομένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί μιλώντας για το τοπικό πάχος, συνήθως αυτό που προεξέχει των ρούχων και φανερώνεται.

Χρησιμοποιείται και στον πληθυντικό, μόνο όμως αναφερόμενο στο τοπικό λίπος, όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση.

  1. - Πού πα ρε ξίγκι; Νόμιζες πως θα χωρέσεις κιόλας να περάσεις απο κει!

  2. - Δεν το ξαναβάζω αυτό το παντελόνι! Με σφίγγει στην περιφέρεια και πετάγονται όλα τα ξίγκια έξω.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Λέξη που προκύπτει από το πάντρεμα των λέξεων πορδή, κλανιά και την κατάληξη -ίδι (η οποία δίνει μία χαριτωμενιά σαν να οικειοποιούμαστε την χ λέξη στην οποία το συνάπτουμε). Το πορδή και κλανιά έχοντας την ίδια σημασία, εμφανιζόμενες μαζί δείχνουν υπερβολή.
Αποτέλεσμα λοιπόν είναι μία έμφαση στην περιγραφή των αερίων που όμως για να μην τρομάξουμε τον συνομιλητή προσθέτουμε και το -ίδι.

Η λέξη χρησιμοποιείται ενίοτε και στον πληθυντικό (πορδοκλανίδια) είτε για να δείξει ότι πολλοί κώλοι τα παρήγαγαν ή γιατί το εφέ ήταν συνεχόμενο (και συχνά ολονύκτιο). Αυτά πάντα αναλόγως τον ομιλητή.

Πορδοκλανίδι είναι λοιπόν η κλανιά, όχι μία και τελειωτική αλλά συνεχόμενης ροής, παραμένει όμως στον ακροατή άγνωστη η ταχύτητα, ο ρυθμός, η ένταση, και φυσικά η μυρωδιά. Αυτά όμως μπορεί να τα καταλάβει και από τα συμφραζόμενα, αν πχ. του πούμε ότι φάγαμε κρεμμυδόπιτα και μας έπιασε πορδοκλανίδι, λογικό είναι βάση εμπειρίας να καταλάβει ότι κλάναμε συνεχόμενες κλανιές δυνατές και θανατηφόρες.

  1. - Ρε συ τί ομελέτα ήταν αυτή που μας έφτιαξε ο Αλέκος;
    - Σκατά ε; Ή σου άρεσε μήπως;
    - Τι λες ρε φίλε, με τίναξε στο πορδοκλανίδι η άτιμη!!

  2. - Ρε εσύ κλάνεις με το καρπούζι;
    - Εννοείται ρε! Το τι πορδοκλανίδια πέφτουνε κάθε καλοκαίρι, να τρελαίνεσαι...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Παρεμφερής φράση με τη σφηνόπουτσα. Όταν μιλάμε ή εμφανιζόμαστε εντελώς αναπάντεχα και σε ακατάλληλη στιγμή. Συντάσσεται κυρίως με το ρήμα «πετιέμαι» και χρησιμοποιείται συνήθως σε περιγραφές οπότε είναι σπάνιο να την συναντήσουμε στον άμεσο λόγο.

Το «ξεκαύλωτο» μπορεί να είναι προϊόν κατάχρησης ή/και εφαρμογής της φαντασίας του Έλληνα πάνω στην φράση «σαν το καυλί» που σημαίνει ακριβώς το ίδιο.

Και εκεί που μάλωνα με τη Σούλα στο τηλέφωνο, πετιέται στο ξεκαύλωτο ο πατέρας μου να μου κάνει ανάκριση για το πού ήμουν εχτές το βράδυ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία