Τρελαίνω κάποιον με τις μαλακίες που λέω. Όρος αυστηρά απευθυνόμενος από και προς Σαλονικιούς.
Τρελαίνω κάποιον με τις μαλακίες που λέω. Όρος αυστηρά απευθυνόμενος από και προς Σαλονικιούς.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Από το την κάνω / τηγκανά. Παραλλαγή είναι και ο Τηγκανιάδης.
- Λοιπόν πληρώνουμε και Τηγκανόπουλος.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο ηλίθιος.
- Σκάσε ρε μόγγο!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο εκδηλωτικός gay, που προσπαθεί να δείξει ότι είναι πούστης λες και δεν το καταλάβαμε.
- Πάρε ρε μια θρασόπουστα που περνάει...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Αναφέρεται σε πρόσωπα μετά από παρατεταμένη σαπίλα. Μπορεί ακόμα να σχετίζεται με χρήση ουσιών ή και γενικότερα να προδίδει μια κατάσταση οχετού και παρακμής.
-Τι σαπίδια που είστε ρε μαλάκες....
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ακόμα ένα συνώνυμο της λούγκρας.
(βλέπεις τον κολλητό σου απέναντι)
- Μωρή Λουκίααααααα!!!!!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο κάγκουρας, αλλά πιο κάγκουρας. Κάνει την εμφάνιση του τη νύχτα, κυρίως κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Το κλασικό χαρακτηριστικό του γκιολέ είναι ότι συνοδεύεται από άλλους γκιολέδες, γεγονός που οδηγεί στην εκθετική αύξηση του αριθμού τους όπου και να βρίσκονται.
- Άσε φίλε, το μαγαζί ήταν τίγκα στους γκιολέδες.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Η χανιώτισσα ψώλα. Ο όρος ουσιαστικά αναφέρεται σε όλες τις γκόμενες που κατάγονται και ζουν στα Χανιά Κρήτης.
- Άντε μωρή χανιώλα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Η κοντή γκόμενα που έχει καύλα σώμα. Από το «καύλα» και το «ραπανάκι».
- Εκείνη η γκόμενα στο μπαρ δεν παίζεται...
- Ποια λες, την ψηλή ή το καυλοράπανο;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Τσιμπούκι (πίπα). Ακούγεται κυρίως στη Β. Ελλάδα μεταφορικά, ειδικά σε ποδοσφαιρικές συζητήσεις. Χρησιμοποιείται πάντα με το ρήμα «κάνω».
- Έτσι, να πάτε πάλι Champions League και καλά κλαρίνα.
- Ο Ηρακλής τι έκανε σήμερα;
- Κλαρίνο.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!