Καταβροχθίζω ένα -συνήθως πρόχειρο ή/και ανθυγιεινό- έδεσμα.

  1. -Κατά τις 4 το πρωί βγήκαμε τελικά από το κλαμπ και μιας και μας έκοψε η πείνα, τσακίσαμε απο δύο πιτόγυρα ο καθένας. Ας είναι καλά το γυράδικο του Βαγγέλα που λειτουργεί 24/7!

  2. Λουτσιάνο Βαρελότι: «- Ρε λούστη μου, πάλι 220 κιλά έχω πάει. Τι θα κάνω;»
    Χωσέ το Τέρας: «- Εμ πως να χάσεις βάρος όταν τσακίζεις τα ντόνατς 5-5;»

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ελεύθερη απόδοση στην ελληνογαλλική* της κλασσικής ατάκας ποτέ των ποτών. Κάποιοι μελετητές διαβλέπουν μιαν ελαφρά χροιά «Περισμού» σε αυτή την έκφραση οπότε προσοχή στον τόνο της φωνής κατά την χρήση!

*Από το γαλλικό «jamais».

Ροδόλφος: - Και δηλαδή δεν θα αγοράσεις το domain www.glentis.gr για την προσωπική σου ιστοσελίδα;
Πέρι: - Ζαμαί των ζαμών. Εάν ο ICANN δεν βγάλει domain «.lak», εγώ στο ίντερνετ δε βγαίνω!

Δη ορίτζιναλ Ζαμέ των Ζαμών! (από Khan, 28/01/13)

Βλ. και ζαμέ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χυδαία παραλλαγή της λατινικής έκφρασης «a posteriori» (εκ των υστέρων). Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει κάτι που έγινε με τρόπο που παραπλάνησε/αδίκησε τον ομιλούντα. Δυνητικό συνώνυμο του μπαμπέσικα.

- Και καλά ρε, δεν πήρες χαμπάρι ότι η εταιρεία έψαχνε για άτομο ακριβώς με τα προσόντα σου;
-Όχι βέβαια! Ο «φιλαράκος» μου ο Πετράκης φρόντισε να να πάρει τη δουλειά ο μπατζανάκης του και εμένα με ενημέρωσε α πουστεριόρι!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Λήμμα εμπνευσμένο από τίτλο (υπαρκτής;) «ερωτικής ταινίας» ο οποίος παρωδεί το θεατρικό έργο «Ο έμπορος της Βενετίας» του Σακεσπύρου.

Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει κάποιον που έχει εξαιρετικές ικανότητες σε έναν τομέα ή ως ειρωνικό συνώνυμο του γκραν γαμάω.

α)
- Μαααλάκα... πως κατάφερες να ξαναστήσεις ολόκληρο το LAN του κτιρίου σε 5 λεπτά;!
-Αγόρι μου... δεν με λένε τυχαία «έμπειρο της Βενετίας» στο networking...

β)
-Σου λέω μην αγοράσεις άλλες μετοχές... η επιχείρηση είναι φιάσκο...
-Κοίτα ρε τη νούλα που την είδε «έμπειρος της Βενετίας» και δίνει και συμβουλές!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χρησιμοποιείται κυρίως ως προτροπή / έπαινος σε καλλιτέχνες - κατά κύριο λόγο μουσικούς και χορευτές - όταν αυτοί φθάνουν στο αποκορύφωμα της εκτέλεσης ενός κομματιού ή γενικότερα μιας καλλιτεχνικής παράστασης. Με τον τρόπο αυτό δείχνουμε ότι εκείνη τη στιγμή, απολαμβάνουμε στο μέγιστο βαθμό αυτό που μας προσφέρει ο καλλιτέχνης.

  1. Δύο κούλτουρμεν παρακολουθούν στο Μέγαρο την 9η συμφωνία του Beethoven:

-Όπα! Ξεκινάει το «Ode an die Freude»!
-Δώωωωωωσεεεε!!!!

  1. Σε κουτούκι της γειτονιάς με live μουσική:

-«Ο αααααεττόοοοος πέεεεθαίνει στον αέραααααα έεεεεελευθεροοοος και δυυυυνατόοοος...» -Δώσεεεεεεεε!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό ανθρώπου, ή ακόμα και ζώου, με πολύ ασύνηθιστη, αλλά ταυτόχρονα χαρακτηριστική - για την ιδιότητα ή το πολιτισμικό / εθνικό του υπόβαθρο - εμφάνιση και τρόπο συμπεριφοράς.

Συχνά συνδιάζεται με τη μεγεθυντική κατάληξη «-άρα» σχηματίζοντας το «μορφάρα».

  1. Μαλάκα τσέκαρε αυτό το πανκιό με το μωβ μαλλί και τους χαλκάδες! Μιλάμε για μορφή έτσι;

  2. Έπρεπε να δεις τον παππού που είχαμε γνωρίσει σε ένα καφενείο στα Σφακιά! Με μπότες, βράκα, γιλέκο, ζωνάρι και μια μουστάκα 2 μέτρα. Μορφάρα!

(από patsis, 18/03/12)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όρος βασισμένος στο όνομα του υπαρκτού δανέζικου νησιού Lolland που ταυτοχρόνως παραπέμπει και στο πασίγνωστο ακρωνύμιο lol, λολ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ειρωνικά ως υποτιθέμενος τόπος προέλευσης κάποιου/κάποιας που λέει αποτυχημένα ανέκδοτα ή έχει κρύο χιούμορ.

-...και ο δάσκαλος απαντάει στον Τοτό «Δεν πειράζει παιδί μου, τα κούτσουρα επιπλέουν!» - Α-χά-χου-χά ... που τα βρίσκεις αυτά τα ανέκδοτα ρε αστειάτορα; Απο τη Λολάνδη σε φέρανε;

Η πραγματική Λολλάνδη (από the_inq, 01/03/09)Va, Gina Lollobrigida! (από Vrastaman, 02/03/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Γλωσσικό αμάλγαμα των «μεγαλειώδης» και «γλοιώδης». Δύναται να χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει άτομα που το παίζουν καμπόσοι αλλά ταυτοχρόνως είναι σιχαμεροί (βρυ)κόλακες των ανωτέρων τους.

«Ο σοφέρ ανοίγει την πόρτα της απαστράπτουσας Hispano-Suiza και ευθύς ξεπηδά από μέσα αγέρωχος ο στρατάρχης [...]. Από πίσω, σκυφτός, με μοχθηρό χαμόγελο στα χείλη ακολουθεί βήμα προς βήμα ο μεγαγλειώδης υποστράτηγος Παχλάτσας.»

Από ανύπαρκτο μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Κλασσικός μεγαγλειώδης χαρακτήρας από τον κόσμο των κόμικς. (από the_inq, 25/02/09)Κλασσικός μεγαγλειώδης χαρακτήρας από τον κόσμο των κόμικς. (από the_inq, 25/02/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χιουμοριστική παραλλαγή του επιρρήματος «αρκούντως» (αρκετά). Βασίζεται σε εσκεμμένα λανθασμένη αντικατάσταση του «ντ» από «δ» όπως αυτό γινόταν παλιά στα ξένα ονόματα (Codrington -> Κόδριγκτον, Don Juan->Δον Ζουάν κ.ο.κ ). Δείχνει επιδοκιμασία, θετική στάση αλλά και ελαφριά ειρωνεία καθώς παραπέμπει στην αρκούδα και στον αρκουδέη.

- Πώς σου φάνηκε το καινούριο Half Life;
- Αρκούδως καλό αν και θα περίμενα τελειότερα γραφικά.

Αναρκούδωτη μοναξιά (από Khan, 19/09/13)

Βλέπε και τουλάστιχον.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ελληνοσουηδική προσβολή. Εκ του «Gå och knulla (dig själv) » = «Άντε και γμήσυ» και του self-explanatory «μωρή τσούλα». Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκδηλώσει το μίσος και την απέχθεια προς Ελλεεινίδα ή Σουηδανέζα που δεν μας έκατσε. Προσοχή στην δεύτερη περίπτωση: είναι επικίνδυνο, ιδιαίτερα αν εκτοξευθεί εναντίον κοπέλας με γνώσεις Βαράτε.

- Du är en bra vän men jag älskar dig inte...
- Γκοοκνούλα μωρή τσούλα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε