Ο άνθρωπος που έχει το σύνδρομο της κατοχής ή της στέρησης ή της ανασφάλειας με αποτέλεσμα να καβαντζάρουν τα πάντα ακόμα και τα άχρηστα λέγοντας για δικαιολογία τα σκουπίδια σου χρυσός μου και βεβαίως δεν μιλώ για ανακύκλωση αλλά για ψυχολογικό πρόβλημα που εντείνεται από το σημερινό κλίμα καβατζάρει και άντε και δώσ' του ο,τιδήποτε ιδιαίτερα μικροπράγματα μήπως και του λείψουν κάποτε και καλά.

Κάτι τέτοιοι καλόγεροι και καλογραίες (δεν έχει σημασία ποιο από τα δύο τέλος πάντων) που άμα τα τινάξουν τα πέταλα οι κληρονόμοι κάνουν 15 μέρες να καθαρίσουν τα σκουπίδια από το σπίτι αν αυτό δεν έχει πιάσει φωτιά πρώτα από καμία αυτανάφλεξη από τα σκουπίδια εεεε λάθος το χρυσό εννοούσα.

Τώρα το πούστρα κολλά στην στάση του προς τους άλλους δεν δίνει τίποτα στους άλλους από τα σωρευμένα του πλούτη και αυτό κάνει την διαφορά από τον άνθρωπο που καβατζάρει και άμα λάχει τα δίνει όπου υπάρχει ανάγκη.

- Τα τίναξε τα πέταλα η καβατζόπουστα άντε τώρα να καθαρίσουμε τα σκουπίδια του...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πεθαίνω. Συνήθως λέμε «τα τίναξε τα πέταλα».

Το τίναγμα προέρχεται από την αποκοπή της σπονδυλικής στήλης. Καθώς σπάει ο νωτιαίος μυελός κατά το κρέμασμα, τα ποδιά τινάζονται σπασμωδικά.

Λέγεται επίσης (ως προς «τα πέταλα») επειδή όταν πεθαίνει το άλογο συμβαίνει το ίδιο και μπορεί να εκσφενδονιστεί κάνα πέταλο.

Στα αμερικλάνικα είναι he kicked the bucket, κλώτσησε τον κουβά.

Τα τίναξε τα πέταλα η καβατζόπουστα, άντε τώρα να καθαρίσουμε τα σκουπίδια του.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μετά το πτυχίο ένας φοιτητής πάει για μεταπτυχιακό στην ξενιτιά και καμιά φορά μπορεί και να μείνει εκεί για βιοποριστικούς λόγους.

Στην slang χρησιμοποιείται από την σύζυγο, όταν λέει ότι οι γκομενοδουλειές του συζύγου της και καλά δεν την πειράζουν, μιας και γυρνά σε αυτήν πάλι πιο ανανεωμένος. Αυτά τα συζητά με τις φίλες της που την έχουν σακουλευτεί την βρομοδουλειά του συζύγου.

Το μέγα πρόβλημα για την σύζυγο είναι ότι ρισκάρει να «αλλάξει πτυχίο» ο σύζυγος.

- Άστον να πηγαίνει οπού θέλει να κάνει το μεταπτυχιακό του, το κάθαρμα, μια που γυρίζει χαρούμενος και ανανεωμένος πίσω...
- Καλά μωρή δεν φοβάσαι μην στον πάρει καμιά;
- Μπααα τον έχω δεμένο, του έχω κάνει μάγια.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κυριολεκτικά: Δεν μπορώ να κινηθώ, φρακάρισα, στιμώχτηκα.

Φρακάρουν όμως και τα σκατά στην μπούκα προς τα έξω και δεν βγαίνουν... (ιδίως εάν έφαγες πολύ τυρί). Αυτή η κατάσταση λέγεται και δυσκοιλιότητα, αλλά η λέξη αυτή κολλάει άνετα σε δύσκολους ανθρώπους.

Έχω φρακάρει στην εθνική σε μεγάλο μποτιλιάρισμα και θέλω να πάω και τουαλέτα για το νούμερο 2 να ξεφρακάρω και εκεί, άλλα δεν μπορώ να ανοίξω την πόρτα από το στρίμωγμα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αυτός που αναλαμβάνει να πιάσει - χωρίς να πέσουν κάτω - την σακούλα με τα σουβλάκια που πετάει ο σουβλατζής από έξω από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου προς τα μέσα. Παίζουν και στοιχήματα: αν του πέσουν κάτω, χάνει τα δικά του σουβλάκια ή πληρώνει την παραγγελία όλων.

Από το νετ.

- Χώσε ρε τον νέουρα από πλούσιο μπαμπά να κάνει τον καλαθά στην βορειοδυτική γωνιά μπας και του πέσουν να φάω απόψε τσάμπα γιατί είμαι πανί με πανί...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σαν κάποιος να μας άρπαξε από το πρόσωπο, αλλά με τα λόγια του και όχι κυριολεκτικά.

Δεν πρόλαβα να της πω ότι δεν βρήκα παστουρμά και με πήρε απ' τα μούτρα. Αυτά τα αναθεματισμένα χάπια αδυνατίσματος την έχουν κάνει short fuse την κακομοίρα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κοντό το φιτίλι (μέχρι την μπόμπα).

Ο ευέξαπτος και ανυπόμονος, αυτός που δεν μετράει μέχρι το 10 προτού τα πάρει.

Δεν πρόλαβα να της πω ότι δεν βρήκα παστουρμά και με πήρε απ' τα μούτρα. Αυτά τα αναθεματισμένα χάπια αδυνατίσματος την έχουν κάνει short fuse την κακομοίρα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Για ένα μάτσο ροχάλες. Για ένα κάρο ροχάλες.

Απαξία ευρέος φάσματος, όπως λέμε αντιβίωση ευρέος φάσματος.

-For a bunch of ροχάλες κατάντησε η Κατίνα έτσι πως την έκαναν οι πλαστικοί χασάπηδες... -Τα θελε μωρή ο κώλος τις αφού πήγε σε χασάπηδες!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Προετοιμάζω μια κομπίνα για να πάρω (μαζέψω) τα φράγκα.

Τρεις μήνους έστηνα μηχανή να τα πάρω από το αμερικανάκι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αυτός που ανοίγει με Gillette τις φλέβες του (κάποια στιγμή καίγεται, αλλά μετά από ΚΑΠΟΙΕΣ δοκιμές).

Μεταφορικά, είναι αυτός που τσαντίζεται, που τρελαίνεται και που με το παραμικρό κόβει φλέβες.

Μη μιλάς ρε όργιο στον κοφτάκια τον Μήτσο και τα πάρει πάλι ο μαλάκας...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία