Η ομάδα της Α.Ε.Κ., υποτιμητικά, από το υποτιθέμενο υποκοριστικό Αεκούλα > Κούλα. Το γυναικείο αυτό όνομα έχει αποκτήσει στην καθομιλουμένη κάτι από θείτσα μέσα του και γι' αυτό χρησιμοποιείται: για να θιγεί ο ανδρισμός και η σοβαρότητα της ομάδας αυτής και των οπαδών της. Πρβλ. και αεκάκι.

  1. Από εδώ:

Koυλα και Βαζελος ζητανε την παραιτηση Μαρινακη απο την προεδρια της Σουπερ Ληγκ. Ο ΠΑΟΚ που ειναι;

  1. Από εδώ:

ΕΙΠΑΜΕ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ!ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΣΙΧΑΜΑΤΑ!ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑΣΟΥΤΙ,ΔΕΛΛΑ,ΓΙΑΧΙΤΣ,ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΙΔΙΟΙ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ!ΡΟΥΛΗΣ-ΚΟΥΛΑ-ΚΑΙ ΓΑΥΡΟΣ ΟΛΟ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΥΣΤΙΕΣ!ΠΑΝΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΟ ΜΑΤΣ ΣΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΣΚΟΥΠΙΣΕ ΚΑΛΑ Η ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ!ΟΥΣΤ ΕΡΠΕΤΟΕΙΔΗ!

  1. Από εδώ:

Επειδη οπως φαινεται η Κουλα και ο Βαζελος εχουν οικονομικα προβληματα πιστευω οτι μπορουμε ανετα να χτυπησουμε Τσαμπιονς Λιγκ του χρονου οποτε θα αξιζε να πληρωσουμε κατι παραπανω για ενα σοβαρο προπονητη παρα να κανουμε οικονομιες και να παρουμε καποιο μετριο που απλως θα μας εξασφαλισει 3η-4η θεση.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ανοίγω (γεμάτο και σφραγισμένο) μπουκάλι με ποτό. Αυτό μπορεί να είναι απλώς ένα κόκκινο ουισκάκι ή, κυρίως, ένα πιο σπέσιαλ, είτε σαραντάρι είτε κρασί, κάτι που κρατούσα για περιπτώσεις σαν κι αυτή.

Μάλλον δεν λέγεται όταν ανοίγουμε μπουκάλι σε μαγαζί - το μπουκάλι πρέπει να ανασύρεται από το προσωπικό μας απόθεμα.

Παρεΐστικη χαριτωμενιά που θυμίζει παλαιότερες εποχές: ότι και καλά «σφάζω μια κότα» ή τον μόσχο τον σιτευτό για να το 'φχαριστηθούμε όλοι. Ή καμιά ρέγγα.

- Φίλε δεν αρχίζουμε με κάνα ξίδι σιγά-σιγά; Καμιά μπυρίτσα παίζει;
- Μπυρίτσα λες; Ή να σφάξουμε ένα γκλένφιντιχ δωδεκάρι που έφερε ο κουμπάρος;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Επικρατεί βαβούρα, γίνεται μπάχαλο, το έλα να δεις, ο καθένας μιλάει δυνατά και λέει ό,τι νά 'ναι, δημιουργώντας τελικώς ένα γενικό μπουρδέλο όπου κανείς δεν ακούει κανέναν.

Σύνηθες φαινόμενο στην παραθυρομουρμούρα με τους εισαγγελάτους και τους δημοσιοκάφρους να δίνουν το σύνθημα και οι μόνιμοι φωνακλάδες καλεσμένοι να στήνουν ένα κωλοχανείο.

Λέγεται όμως και για μαγαζιά που έχουν πολλή και θωρυβώδη πελατεία.

Από τον όλο αυτό τζερτζελέ δεν πρόκειται να βγει τίποτα, διότι ακόμα κι αν ο μουγκός πονάει πάνω στο φίκι-φίκι δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά και να μιλούσε, στου κουφού την πόρτα...

- Αποστόλη σήμερα θα φέρω μια παρεούλα στην ταβέρνα που παίζεις, να μας πεις κανένα τραγουδάκι από τα καλά που ξέρεις. Κλείσε τραπέζι δίπλα στο παταράκι να σ' ακούμε καλύτερα.
- Κοντά-μακριά ρε Νικόλα, τζάμπα θα έρθετε. Γίνεται πανικός εκεί μέσα, τους μουσικούς μας γράφουν στην καραπουτσακλάρα τους ο κόσμος. Ούτε ραδιόφωνο να ήμασταν.
- Τόσο πολύ ρε κολλητέ;
- Χαμός σου λέω... Γαμάει ο κουφός τον μουγκό...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα αρχίδια. Μπορεί να τα υποκαταστήσει σαν λέξη σε όλες τους τις σημασίες, δίνοντας εκφραστικά ένα διαφορετικό, συνήθως ηπιότερο, αποτέλεσμα.

Μερικές συνήθεις χρήσεις του όρου, πιο συγκεκριμένα:

  1. Μπορεί να σημαίνει απλά τους όρχεις.

  2. Ως συνώνυμη των απαξιωτικών για αντικείμενο, πρόσωπο ή κατάσταση μούφα, μάπα, πίπα, κόφα, απάτη.

  3. Στην έκφραση αδιαφορίας «στα μπομπόλια μου» ως απόλυτα ισοδύναμης της «στ' αρχίδια μου».

  4. Για να καταδείξει ανδρισμό ή και αποτελεσματικότητα. Βλ. νάνος, αλλά με κάτι αρχίδια να, γκόμενα με αρχίδια, μηχάνημα μ' αρχίδια.

Η λέξη έγινε ευρύτερα γνωστή από το βιντεάκι του «Σαλονικιού στο Άμστερνταμ», το οποίο προβλήθηκε, εκτός από αλλού, και στην εκπομπή του Λάκη Λαζόπουλου Αλ Τσαντίρι Νιουζ. Από αυτό, άλλωστε, το βιντεάκι και τα σίκουέλ του, έχει αυτονομηθεί η έκφραση «μπομπόλια Ευρώπη!».

Η ετυμολογία της, όμως, δεν είναι εξίσου σαφής. Μπορεί εμείς εδώ στο slang.gr να είμαστε ό,τι να 'ναι αλλά, μερικές φορές πάνω στην τρέλα μας και από μεράκι, κάνουμε ρεπορτάζ - απλά δεν καταλήγουμε οπωσδήποτε κάπου... Τουλάστιχον εμείς το δηλώνουμε!

Ακολουθούν raw data που βαρέθηκαν να περιμένουν διασταύρωση στο word:

  1. Πολλοί το θεωρούν σαλονικιώτικο ή βορειοελλαδίτικο ιδιωματισμό, προφ λόγω του Μητσάρα, πρωταγωνιστή στα βιντεάκια (άσχετο: λαμπρό δείγμα νεο-μπαγιάτη κττμγ). Ωστόσο, με λίγο γούγλε-γούγλε, εντοπίστηκε σε εφημερίδα του Ελληνικού Γορτυνίας αλλά και σε γλωσσάρι κερκυραϊκών όρων.

  2. Επισταμένη τηλεφωνική και επιτόπια έρευνα σε πηγές μας, επανέλαβε την άγνοια των Μακεδόνων περί της προέλευσης του λήμματος και την πίστη τους ότι πρόκειται για νοτιοελλαδική υπόθεση. Εις εξ αυτών χαρακτηριστικά ανέφερε ότι ακουγόταν πολύ σε παρέα συμφοιτητών του εξ Ηλείας.

  3. Παράλληλες κυριολεκτικές σημασίες που εντοπίστηκαν στο ίντερνετ παραπέμπουν σε σαλιγκάρια (ξηράς και θαλάσσια), μπαλάκια γενικώς, βρασμένο καλαμπόκι (μάλλον ενν. οι κόκκοι αυτού), μικρά κομματάκια φελιζόλ σε λούτρινα ζωάκια, οι κόκκοι σταριού στα κόλλυβα, οι κόκκοι του χοντροκομμένου αλατιού, οι οποιοιδήποτε σπόροι.

  4. Άλλοι τύποι της ίδιας λέξης είναι μπουμπόλια, μπορμπόλια, μπόλια, μπουσμπουρέλια, αν όχι σε όλες τις σημασίες, τουλάχιστον σε κάποιες από αυτές.

  5. Τέσσερα γνωστά λεξικά συν ένα λεξικό της αργκό που λαθρανάγνωσε ο γράφων στον Παπασωτηρίου για χάρη του σλανγκεπώνυμου πλήθους, την λέξη την έχουν γραμμένη κυριολεκτικά. Σο, τζίφος κι από κει.

  6. Borbolya στα ουγγαρέζικα σημαίνει τον θάμνο barberry/berberry, μερικά είδη του οποίου έχουν πράγματι σφαιρικούς καρπούς. Bo-bol είναι slang της καραϊβικής για την οικονομική διαφθορά (σ.σ. εδώ φαίνεται τι σκάλωμα έφαγε ο γράφων με το παρόν λήμμα...).

Ακολουθώντας δυο φιλοσοφικές αρχές όλος-χρόνος φαβορίτες του γράφοντος, ήτοι την Occam's razor και αυτή της ήσσονος προσπάθειας, καταλήγουμε στο απρόσμενα απλό συμπέρασμα ότι ο όρος προέρχεται είτε από την μπάλα είτε από την μπόλια, με κάποιους περίπλοκους γλωσσικούς μηχανισμούς. Πιο πολύ δεν το ψάχνω, μη με αγριοκοιτάτε. Έχω και ζωή, ξέρετε.

  1. - Το μαλακιστήρι τον ξα σου θα του ρίξω πολύ ξύλο καμιά ώρα, να ξέρεις.
    - Αμ εγώ τι θα του κάνω; Μόνο στα μπομπόλια μην τον βαρέσεις κι έχουμε άλλα. Τον έχω χρεωμένο απ' τη θεία μου το τσογλανάκι για το καλοκαίρι.

  2. - Τι είναι αυτά ρε; Δημόσια τουαλέτα το λένε αυτό οι βρωμιάρηδες;
    - Είδες; Ένα διαχωριστικό μόνο, στην άκρη του δρόμου και το κανάλι γίνεται ο κατουρώνας ολονώνε.
    - Μπομπόλια Ευρώπη...

[και λοιπές χρήσεις, ως εκ του ορισμού]

Λέξεις για τους όρχεις και τα αντρικά γεννητικά όργανα συνολικά: αρχίδια, ζουβάχια, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καρύδες, κοκόβια, κοχόνια, κρεμαντζόλια, λιμπά, λυμπά, μπομπόλια, οικογένεια, παπάρια, τζοχανταραίοι. Ειδικά για συνώνυμα του πέους δες πέος.

Λέξεις για τα γυναικεία γεννητικά όργανα: γατάκι, κουτί, μουνί, μουτζό, μύδι, νιμού, πιπί, πουτί, πράμα, τρύπα, ψωλότσεπη.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το strap on, δηλαδή το φαλλικό ομοίωμα (dildo) που προσαρμόζεται σε ζώνη ή σε λουριά, φοριέται από κάποιον ερωτικό σύντροφο και χρησιμοποιείται για σεξ με διείσδυση.

Στη συνηθέστερη περίπτωση φοριέται από γυναίκα, στη μέση, ώστε το dildo να έρχεται περίπου στη θέση που θα ήταν το πέος, αν υπήρχε. Ωστόσο υπάρχουν διάφορες παραλλαγές, τόσο στη θέση που φοριέται, όσο και στο φύλο του δότη και του λήπτη, αλλά και του είδους της διείσδυσης (κολπική, πρωκτική, στοματικό σεξ).

  1. Από εδώ:

Είναι το ιδανικό δονούμενο ζωνάτο και για τους δυό σας. Τέλειο για συνευρέσεις γυναίκας με γυναίκα ή για εκείνες τις ιδιαίτερες πρωκτικές εμπειρίες.

  1. Από εδώ:

PLUS-SIZE STRAP-ON.. 94.. Επιτέλους ζωνάτο που ταιριάζει σε γυναίκες με καμπύλες..

(από patsis, 23/03/15)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πίσω στο παρελθόν, στις αχαρτογράφητες εποχές της τρυφερής παιδικής ηλικίας της δικής μας και των μεγαλύτερων αδερφών και ξαδέρφων μας, πριν από το ίντερνετ, πριν από τους ίδιους τους οικιακούς υπολογιστές, μια από τις γλυκές αμαρτίες ήταν η επίσκεψη στα ηλεκτρονικά ή αλλιώς ουφάδικα.

Δεν είχες μόνο την μάνα και τον πατέρα να σε κυνηγούν μην τυχόν και σε τσακώσουν εκεί...

Δεν ήταν μόνο η αστυνομία που έκοβε βόλτες πού και πού και, όσο και να πεις, τους φοβόσουνα μη τυχόν σε βάλουν φυλακή και σε γράψουν οι εφημερίδες για κανένα street fighter ή double dragon...

Ούτε απλά τα μεγαλύτερα παιδιά που έβαζαν κατοστάρικο για διπλό και σε νικούσαν με δύο κόμπο ή, αν ήταν λιγότερο βουργούνδιοι ιππότες, απλά σε παραμέριζαν και έπαιζαν με το κρέντιτ σου... [κρεντιτ < credit = πίστωση, οι συμμετοχές στο παιχνίδι που αγοράζει κανείς με κέρματα]

Ή ο μαγαζάτορας που, είτε με πρόφαση, είτε εξαιτίας πραγματικού ντου από την ασφάλεια, σου κατέβαζε το γενικό και σου διέγραφε όλα τα ρεκόρ και τα κρέντιτ σου, αφήνοντάς σε να χτυπιέσαι πάνω σε μια μαύρη, καμπυλωτή (τότε) οθόνη...

Ήταν και ο ίδιος σου ο εαυτός που εθιζόταν και, ως εθισμένος, είχε όλα τα συμπτώματα: παρέες που είχαν το ίδιο σπορ, ψέμματα σε όλους τους παραπάνω για να πάρεις τη δόση σου, χαμένος χρόνος, κόλπα για να χρηματοδοτήσεις την ντόπα σου...

Ένα από αυτά τα τελευταία κόλπα ήταν εναντίον του αφεντικού. Τα πιο τσακαλάκια από την παρέα είχαν πάρει μάτι τον ρουμάνο όταν άνοιγε τον κερματοκουβά και είχαν σταμπάρει τον μηχανισμό. Έτσι, με λίγη εφευρετικότητα, ήρθε η πετονιά.

Έβαζαν λοιπόν οι πιτσιρικάδες διαρρήκτες στην σχισμή ένα κέρμα κολλημένο στην άκρη μιας πετονιάς, το άφηναν να ρολάρει κανονικά στη σχισμή και, μόλις αυτό περνούσε την ακίδα και έπεφτε το πρώτο κρέντιτ, το ανασήκωναν και η διαδικασία επαναλαμβανόταν όσες φορές χρειαζόταν για να μην καρφωθούν ή γίνει κανένα μπλέξιμο στο μηχάνημα. Μετά έβγαζαν τον μηχανισμό με τρόπο και ύφος ocean's eleven και βυθίζονταν στον κόσμο της οθόνης...

Η μέθοδος φυσικά λειτουργούσε και στα περισσότερα μηχανήματα με κέρματα του δρόμου (τσίχλες, γάντζος με αρκουδάκια και ρολόγια) αρκεί να μην το παρατραβούσες με την τύχη σου. Ύστερα, απ' ό,τι λεν οι πληροφορίες μου, μπήκαν δικλείδες ασφαλείας κατά της πετονιάς, αλλά ήδη πια το παιχνίδι ήταν αλλού...

Πέρα από το σλανγκικό ενδιαφέρον που έχει ιστορικά η έκφραση, την καταγράφω διότι τώρα πια, μεταξύ εκείνων των παιδιών που μεγάλωσαν (αλλά έμειναν εννοείται παιδιά), την άκουσα να χρησιμοποιείται και μεταφορικά: Σημαίνει την υφαρπαγή πολλών ευκαιριών που δεν κερδίσαμε με το σπαθί μας, την εκκίνηση με τρία γκολ αβάντζο ή, διαφορετικά, την απόλαυση μιας εμπειρίας χωρίς να την έχουμε πληρώσει όπως θα ήταν ο κανόνας.

(c) και αφιερωμένο στον Ναουσαίο φίλο και προσωπική μου σλανγκομηχανή...

  1. - Ρε μαλάκα Φλοκ τι κάνεις με τη σακκούλα τα ψωμιά πάνω στο Virtua Striker;
    - Κολλητέ μ' έστειλε η μάνα μου για κάτι ψώνια...
    - Ναι;
    - Αλλά πέρασα κλασικά από εδώ και έβαλα πετονιά για κρέντιτ για να το βγάλω το γαμίδι επιτέλους...

  2. - Γιατί δεν γράφεις κι εσύ στο slang.gr ρε φίλε; Αφού είσαι φυσικό ταλέντο!
    - Γουστάρω πολύ ρε συ, αλλά βλέπω τους πρώτους στη βαθμολογία και κωλώνω... Εγώ πρέπει να βάλω πετονιά για κρέντιτ και να πάρω δύο φανάρια αβάντζο για να καταφέρω κάτι...
    - Έλα, δεν είναι πρωταθλητισμός, σλανγκαθλητισμός είναι...

(από stathisbsg, 30/01/10)(από stathisbsg, 30/01/10)(από stathisbsg, 30/01/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ζαχαρώνω γκόμενα, κάνω παιχνιδάκι με τα μάτια, εκπέμπω και λαμβάνω σεξουαλικά υπονοούμενα προς και από μια γυναίκα. Παίρνω μάτι και θαυμάζω χωρίς να αγγίζω.

Μάλλον αθηναϊκός ή νοτιοελλαδίτικος όρος, προς τα πάνω ο γράφων δεν τον έχει ακούσει.

- Θα τα ματιάξεις τα κορίτσια ρε! Τι τα κοιτάς τόση ώρα, να πάμε από εκεί;
- Νταξ ρε φίλε άμα γουστάρεις μέσα. Με ξέρεις, μ' αρέσει να καυλαντίζω τα μουνάκια όταν αράξω σε μαγαζί, έχει τη φάση του το παιχνίδι...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

παθαίνω + όνομα προσώπου

Απρόσμενα παρουσιάζω συμπεριφορά ή απόψεις παραπλήσιες με κάποιου άλλου ανθρώπου, ιδίως όταν αυτό αξιολογείται αρνητικά από τον ομιλούντα.

Με αυτήν την αδόκιμη σύνταξη εξισώνουμε κάποιον άνθρωπο (π.χ. ένα δημόσιο πρόσωπο) με ασθένεια ή πάθηση και αναγνωρίζουμε τα συμπτώματά της σε κάποιον άλλο, με μια μεγάλη δόση ειρωνείας και κριτικής. Το πρόσωπο-πάθηση πρέπει να έχει κάποια έντονα χαρακτηριστικά ώστε να είναι σαφές τι αποδίδουμε στο πρόσωπο που θέλουμε να ειρωνευθούμε.

  1. Από εδώ:
    Μεσα σε 6 μήνες Ο Δραγασάκης έπαθε σημιτη. Ο Φίλης έπαθε Πάγκαλο. Ο Τσίπρας έπαθε ΓΑΠ.
    ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ!?!?!!?

  2. Από εδώ:
    What the fuck? Ο Θηβαίος έπαθε Τζήμερο;

  3. Από εδώ:
    Ο Σύμβουλος του Μπαρόζο έπαθε ‘Τσίπρα’

Προϋπήρχε και η πιο κλασική έκφραση παθαίνω + όνομα προσώπου με κατάληξη -ίτιδα, με την κατάληξη να παραπέμπει σε φλεγμονές, παθήσεις, ασθένειες κλπ όπως γαστρεντερίτιδα, σκωληκοειδίτιδα, αρθρίτιδα.

Από εδώ:
Θα κόλλησε τζημερίτιδα. Γεμίσαμε ντίβες πια. Ας φάνε καμιά snickers.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κλασικότατη παροιμιώδης έκφραση. Ελπίζω να φανώ αντάξιος του εγχειρήματος. Πάμε:

Σημαίνει πως άλλος διαπράττει μια ανομία ή ανευθυνότητα και άλλος τιμωρείται γι’ αυτήν (παράδειγμα 1). Μπορεί, ωστόσο, σε μια νοηματική παραλλαγή, να δηλώνει ότι άλλος έχει επωφεληθεί από ή απολαύσει μία κατάσταση, χωρίς αυτή να είναι παράνομη ή ανήθικη κι άλλος καλείται να καταβάλει το κόστος, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα τιμωρία (παράδειγμα 2).

Σε κάθε περίπτωση, αυτός που εκστομίζει την ατάκα το κάνει με αγανάκτηση κατά του θράσους τού «γαμιά» και, νιώθωντας ο μαλάκας της υπόθεσης, προσπαθεί να δημιουργήσει το ρητορικό υπόβαθρο για να αποτινάξει από πάνω του συνέπειες και ευθύνες που δεν του αναλογούν (για την σχετική ψυχολογία βλ. και το λήμμα «πίσω γορίλα!»).

Όσο για την προέλευση, ας μου επιτραπεί να τολμήσω δύο πολύ λογικές υποθέσεις που εντοπίζονται στην κυριολεκτική σημασία: Αφενός, το ενδεχόμενο κάποιος επισκέπτης σε μπουρδέλο να κληθεί να πληρώσει το σεξ που έκανε άλλος, είτε εντελώς αυθαίρετα και άδικα, είτε γιατί αυτός που γάμησε είναι της παρέας του θύματος και αποδείχτηκε άφραγκος ή την κοπάνησε μες στη σούρα του ή και τα δύο. Αφεδύο, να μιλάμε για τον σύζυγο που, σύμφωνα με τα παλιά στερεότυπα, πληρώνει το κόστος διαβίωσης και καλοπέρασης της γυναίκας του, ενώ αυτή η άκαρδη τον απατά (το άτυπο ανδρικό αντίστοιχο του αλλού τρως, αλλού πίνεις, και αλλού πας και το δίνεις). Διαλέγετε και παίρνετε.

Πρβλ. και τα γαμησιάτικα, με ενδιαφέρουσα εκεί ανάπτυξη και σχολιασμό, τα οποία πιθανώς αποτελούν και την αυτονομημένη συνέχεια της έκφρασης (δηλαδή με την πλήρη μορφή να είναι: άλλος γαμεί κι άλλος πληρώνει τα γαμησιάτικα). Επίσης πρβλ. πληρώνω τη νύφη, εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και το βόδι, και κερατάς και δαρμένος.

Για λόγους πληρότητας αλλά και για να εντοπίζεται ευκολότερα στην αναζήτηση, καταγράφω και τον ασυναίρετο τύπο: άλλος γαμάει κι άλλος πληρώνει.

  1. - Ποιος ήτανε ρε σειρά και βαράς προσοχές στο τηλέφωνο;
    - Ο υπόδικας... Μάγκες την κάτσαμε! Στάμπαρε με τα κυάλια από το διοικητήριο το σκοπό να έχει πετάξει εξαρτήσεις, κράνος, όπλο, τα πάντα όλα και να καπνίζει. Όλο το φυλάκιο έχουμε μια κατοστάρα φι να τις μοιραστούμε.
    - Ποιος μαλάκας είναι τώρα έξω και μας έκαψε; Παιδιά δεν παίζει, εγώ έχω άδεια μεθαύριο, θα βγω παραπονούμενος. Άλλος γαμεί κι άλλος πληρώνει δηλαδή; Γκατάλαβα!

  2. - Αα - α - ΑΨΟΥ! (πλάτς!)
    - Φύγε ρε πούστη μακριά! Θα μας κολλήσεις τίποτα κι είμαι κι εγχειρισμένος άνθρωπος!
    - Ωχ φίλος, λες να είναι καμιά περίεργη ασθένεια από το ταξίδι;
    - Εσύ τουλάχιστον γύρισες όλη την Αυστραλία, γάμησες και δυο μουνιά παραπάνω, είδες καγκουρώ, ντίγκο, μαλακίες, ευτυχισμένος θα πας. Εγώ τι φταίω ν’ αρρωστήσω; Άλλος γαμεί κι άλλος πληρώνει;

  3. Από εδώ:
    «Αλλα νομιζω,οτι δεν πρεπει να κανουμε γενικευσεις,γιατι εγω πχ,ουτε μαιμου πτυχιο πηρα,ουτε εκαψα κανα δασος,ουτε καταπατησα κανα οικοπεδο,αρα,γιατι να πληρωσω και εγω ;
    Και σαν κι εμενα,υπαρχουν χιλιαδες αλλοι.
    Δηλαδή, άλλος γαμεί, κι άλλος πληρώνει;»

Σ.ς.: Αν, σύμφωνα με τα συμφραζόμενα, τιμωρείται μεν δικαίως και ο φταίχτης αλλά αδίκως και ο αθώος, η χρήση της έκφρασης γίνεται καταχρηστικά, αντί της πιο ταιριαστής «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Αν ο ομιλητής πιστεύει ότι η τιμωρία των πρώτων είναι αμελητέα γι’ αυτούς, η έκφραση χρησιμοποιείται με την επικρατούσα σημασία της.

  1. Κυνικός αστεϊσμός με την κυριολεκτική σημασία της έκφρασης από εδώ:
    «Το παιδί έρχεται να ολοκληρώσει τη γυναίκα και να πλουτίσει τον ψυχικό της κόσμο –εις βάρος του αφεντικού της: άλλος γαμάει κι άλλος πληρώνει

  2. Πιο συμπαθητικός προβληματισμός άντρα από εδώ:
    «[...] και της άλλης της βγαίνουν τα μάτια έξω στον τοκετό. Μπαϊλντίζει 9 μήνες, της φεύγει η μαγκιά, την τρώει η κλεισούρα και εμείς [σ.σ. εννοεί οι άντρες] μιλάμε κι όλα!

Με λίγα λόγια άλλος γαμάει, και άλλος πληρώνει...»

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έρχεται μια στιγμή στην ζωή, που ο άνδρας δεν μπορεί πια να αγνοήσει πάνω του τα σημάδια του χρόνου. Η τριχόπτωση για αρχή, οι ρυτίδες, το γκριζάρισμα των μαλλιών, κανένα τσεκάπ που έδωσε το πρώτο δικαίωμα σε γιατρό να κάνει κουμάντο στη ζωή του... Κι όσο κι αν ξεγελά τον εαυτό του ότι η ωριμότητα μπορεί να έχει μια γοητεία α λα Σον Κόνερι, τόσο αναρωτιέται, έντρομος, ποιο είναι το σημείο εκείνο έως το οποίο μπορεί να φτάσει η οπισθοχώρηση στα μέτωπα του ανδρισμού.

Έτσι, δήθεν πανηγυρική και κατ' ουσίαν παρηγορητική, άκουσα την παρούσα έκφραση: σημαίνει πως όποιος διαβάζει με τους αγκώνες τεντωμένους λόγω πρεσβυωπίας, φτάνοντας να βάλει την εφημερίδα στο ύψος των αρχιδιώνε του, έχει συμπυκνωμένη τόση εμπειρία και ικανότητα, ώστε με ένα βλέμμα να κάνει τις γκόμενες να βρέξουν βρακάκια για την πάρτη του και να πέσουν σαν νέοπες σε ορκωμοσία.

Έτερη πηγή μου, όμως, είχε άλλη άποψη: ο πρεσβύωψ μεσήλικας που χρησιμοποιεί τ' αρχίδια του για σταντ, εξίσου καλά θ' αρχίσει να χρησιμοποιεί και τον παργαλάτσο του για σελιδοδείκτη, καθώς το δεύτερο μισό της έκφρασης δηλώνει σαφώς ότι με τα μάτια και μόνο θα κάνει από δω και πέρα σεξ το, προς παροπλισμό, αρσενικό.

Συνεπώς λειτουργεί φοβερά για να πεις τον άλλον γέρο χωρίς να του το πεις, δεν νομίζετε;

- Τι λέει εδώ; «Νέες συλλήψεις... μελών της... οικο... γένειας...» Στα γόνατα την έχω φτάσει την εφημερίδα και πάλι δεν τα βγάζω τα γράμματα, τι σκατά, μίκρυναν τη γραμματοσειρά στην Ελευθεροτυπία;
- Ναι, καλά... Τα γυαλιά σου γιατί δεν τα φοράς;
- Εεε, τα ξεχνάω μωρέ συνέχεια σπίτι...
- Νταξ, ξέρεις τι λένε, όποιος διαβάζει με τ' αρχίδια γαμάει με τα μάτια.
- Τι εννοείς;
- Με την καλή έννοια...

(από patsis, 26/02/12)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία