Σάιμπερπανκ επεξήγηση για την εντυπωσιακή ετοιμότητα της μνήμης μας.

Οι καλοί χρόνοι απόκρισης έχουν να κάνουν με αναμνήσεις για γεγονότα ή και περιγραφές που στους συνομιλητές μας φαίνονται χαμένα στις ομίχλες του χρόνου. Κι αυτό είτε επειδή συνέβησαν παλιά στο Τέξας, είτε διότι ξεφουρνίζουμε απίστευτες λεπτομέρειες την στιγμή που ο φουκαράς απέναντί μας δεν θυμάται καλά-καλά τι κρατάει στα χέρια του χωρίς να το δει.

Ετυμολογείται (προφ) από τις συντομεύσεις στην επιφάνεια εργασίας (desktop) του υπολογιστή, που σε γλιτώνουν από την εξοντωτική αναζήτηση ενός αρχείου ή ενός προγράμματος στα κατάβαθα των σκληρών σου δίσκων.

- Καλά, εγώ πως θυμάμαι ότι την γνώρισα στην Πάρο;
- Όχι φίλε, λάθος, στην Πάρο πήγαμε την επόμενη χρονιά. Που πήγαμε ζευγάρια, εγώ με την μεξικάνα εσύ με κείνη την καστοριανή με το μουνί το τρικάπακο που μού 'λεγες...
- Εεε... Και τέσπα πού την γνώρισα;
- Στο Ποσείδι που κάναμε κάμπινγκ. Ήταν την χρονιά με το μουντομπάσκετ στην Αθήνα, που είχαμε και τις πυρκαγιές; Καλά δεν θυμάσαι; Που βλέπαμε τον αγώνα και στο γήπεδο έπεφτε συνέχεια το ρεύμα;
- Ννναι...
- Ε, εκεί. Ήρθε και σου ζήτησε φωτιά κι εσύ της είπες μια μαλακία για τα δάση και τη ΔΕΗ.
- Μάλιστα... Δεν μου λες, όλα αυτά τα θυμάσαι ή τα βγάζεις από το μυαλό σου;
- Εγώ ρε; Εγώ αν είναι για διακοπές και γκόμενες τα έχω όλα αυτά στο ντέσκτοπ με συντόμευση...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σύνθετη έκφραση που δηλώνει αγανάκτηση για την και καλά παρακμή του ανδρικού φύλου με την εμφάνιση διάφορων φαινομένων όπως οι στρέι, οι μετρό, η τριχοφοβία και τα παρόμοια.

Δευτερευόντως, περιγράφει την ανάμιξη ή και το νταλαβέρι προσώπων από πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα, ηθικές αξιολογήσεις και καταβολές ο καθένας, ανθρώπων των οποίων ο συγχρωτισμός και η συναναστροφή μας προξενεί έκπληξη μάλλον δυσάρεστη.

Ο σλανγκισμός δομείται αφενός από την προϋπάρχουσα εξαπανέκαθεν εκφρασούλα «μαλλιά-κουβάρια» που σημαίνει το μπλέξιμο και, αφεδύο, την προσθήκη του ζεύγους «πούστηδες και παλικάρια» που προκαλεί αυτήν την έντονη αντίθεση. Τώρα βέβαια, μετά την πολιτογράφηση και του «πονάν τα παλικάρια;» η αντίθεση μπορεί να στερείται κάποιας βάσης, ωστόσο, κατά την εποχή που σφυρηλατήθηκε το λήμμα, τα παλικάρια ήταν ακόμα άντρακλες με τη βούλα και οι πούστηδες ήταν πούστηδες, όμορφα, ωραία και νοικοκυρεμένα, λέμε τώρα...

Πιο συγκεκριμένα, οι χρήσεις της έκφρασης κυμαίνονται ως εξής:

  1. Μόλις έχουμε πληροφορηθεί ότι κάποιος βαρβάτος, που τον είχαμε για αρσενικό λίρα εκατό, το σηκώνει το σακάκι. Αλλά και γενικότερα, για να μιλήσουμε απαξιωτικά για το κύμα εξόδου από την ντουλάπα που μας χαλάει ως Ελληναράδες.

  2. Για να επικρίνουμε τον πολιτικό αμοραλισμό αυτών που είναι με άλλο κόμμα το πρωί και άλλο το βράδυ (άλλωστε οι αγγλοαμερικανοί λένε για την διαπλοκή πως όλοι στο ίδιο κρεβάτι καταλήγουν).

  3. Όταν η αντιμετώπιση της κοινωνίας ή ενός μικρόκοσμου είναι ίδια και για τους άξιους και για τα λαμόγια.

  4. Όταν στην παρέα μας ή σε έναν χώρο μαζευτεί ασύνδετο και ό,τι νά 'ναι πλήθος.

  1. - Έστρωσε ο καιρός κολλητέ, δεν ξεκινάμε σιγά-σιγά κάνα μπασκετάκι με τους άλλους; Έφτιαξα σκεμπελιακούς όλο το χειμώνα αραχτός.
    - Ποιοι είναι οι άλλοι που λες;
    - Ο Φώντας και ο Νώντας, γιατί;
    - Έχεις χάσει επεισόδια αγόρι μου. Αυτοί από γυμναστική το έχουν γυρίσει σε σπαγκάτα και μπαλέτα τώρα πια...
    - Μιλάς με γρίφους, γέροντα! Την ξεφλουδίζουν την μπανάνα;
    - Ίσια και παλικαρίσια...
    - Τι να πω... Πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά-κουβάρια... Μας χάλασαν και την άθληση ρε γαμώτο...
    - Βόλεϋ δωματίου ξέρεις;
    - Κι εσύ με τεκνό Βρούτε; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Τρεις πιθαμές από τον κώλο μας κι όπου θέλει ας μπει....

  2. - Το ξέρω ότι είμαι λίγο κολλημένος ρε συ, αλλά δεξιά εγώ δεν ψηφίζω. Ευχή και κατάρα του θείου μου που μαρτύρησε στην Ίφκινθο...
    - Καααλά. Λες και δεν είδες τι αλλαξοκωλιές έγιναν την τελευταία φορά.
    - Δηλαδή;
    - Πού ζεις; Παπαθεμελήδηδες, Μάνοι, Ανδρουλάκηδες, Κοντογιαννόπουλοι, Μπίστηδες, Δαμανάκες... Θες κι άλλους;
    - ...
    - Άστα-βράστα. Πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά-κουβάρια...

  3. - Εγώ παλεύω σαν τον μαλάκα να πάρω τις άδειες από δεκαπέντε φορείς για το αιολικό, που έχω τον πιο σοβαρό φάκελο στην περιφέρεια και που στο κάτω-κάτω, τόσο πίσω που είναι η χώρα θά 'πρεπε να μας προσέχουν εμάς που ανοιγόμαστε στην πράσινη ενέργεια, πρωινό στο κρεβάτι θά 'πρεπε να μας φέρνουν κι αυτός...
    - Αυτός τι;
    - Πάει και μου παρευρίσκεται σε δεξιώσεις και απευθύνει συγχαρητήριους λόγους, υπουργός πράμα, στο κάθε λαμόγιο της παραλιακής, που έχουν στο κεφάλι τους ο καθένας πενήντα καταδικαστικές για τα κωλομάγαζά τους...
    - Γάμησέ τα κι άφησέ τα φίλε μου. Πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά-κουβάρια...

  4. - Καλά, γιατί γίνεται ξαφνικά τέτοιος χαμός στο μπαράκι; Εδώ γαμάει ο κουφός τον μουγκό! Χάσαμε το στέκι μας ρε πούστη μου...
    - Άσε, μου τά 'πε η μπαργουμάνα. Έβαλε ο μαλάκας το αφεντικό έναν πουσταρίκο φίλο του σεναριογράφο και ανέφερε το μαγαζί σε ένα σήριαλ της πούτσας και το έκανε μόδα. Κοπάδια ολόκληρα έρχονται, λες και κάτι θα καταλάβουν...
    - Η σάρα και η μάρα... Πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά-κουβάρια...

Ετς! (από joe909, 02/12/11)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πρέπει να πιστέψουμε σε έναν κόσμο έξω από την δική μας αντίληψη. Πρέπει να πιστέψουμε ότι οι ανθρώπινες πράξεις διατηρούν το νόημά τους, ακόμα κι όταν δεν τις θυμόμαστε. Πρέπει να πιστέψουμε ότι ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και όταν κλείνουμε τα μάτια.
.....................................................................................................................................

Όλα αυτά που υπάρχουν γύρω μας, η οθόνη του υπολογιστή, οι τοίχοι, οι δρόμοι, η γόπα που καίει ακόμα στην άσφαλτο, το κόκκινο μηχανάκι που σταμάτησε και άφησε τη συνοδηγό με αντάλλαγμα ένα φιλί, τα δέντρα που άνθισαν, όλα αυτά, με τις λεπτομέρειές τους, τα χρώματά τους, τους ήχους τους, τις διαπλοκές τους και μέσα σ’ αυτά κι εμείς, με τις χίλιες σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας, όλον μας τον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή μέσα στον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή, όλα αυτά θα πεθάνουν μόλις σκοτεινιάσει η μέρα ή μόλις σκοτεινιάσει η μνήμη μας γιατί θα χαθούν και θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Κι εμείς μαζί μ’ αυτά, δεν γλιτώνουμε, εμείς, ο Γιώργος, ο Μανώλης, η Όλγα της 11ης Απριλίου και της οκτώ, οκτώ και κάτι το σούρουπο, κι ένας νέος εαυτός μας θα πάρει τη θέση μας σε μία ώρα, σε δυο λεπτά, τώρα και τώρα και τώρα ξανά. Και ποιος ξέρει αν όλοι αυτοί οι διαδοχικοί εαυτοί μας που στέκονται μπροστά στην οθόνη και γράφουν και διαβάζουν ο καθένας με τη σειρά του στον υπολογιστή, ποιος ξέρει αν όλοι αυτοί είναι το ίδιο πρόσωπο ή αυτό το ένα πρόσωπο δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ.

Το σκοτάδι είναι ο πρωταρχικός μας φόβος: ο φόβος της ακατανόητης και αδυσώπητης απώλειας. Και η νύχτα, για το απαράλλαχτο πανάρχαιο κομμάτι της φύσης μας, είναι η κυριαρχία του σκότους.

Όσο όμως η απειλή της νύχτας πέφτει στις πόλεις και τους δρόμους μας, εμείς γραπωνόμαστε από τη ζωή με πείσμα. Κι εκεί βρίσκουμε και τους άλλους ανθρώπους. Και γελώντας θυμωμένα, πυρετικά ή γαλήνια στα μούτρα μιας νύχτας που μπορεί να μην ξημερώσει ποτέ, συναντιόμαστε γύρω από τραπέζια, πάνω από ποτηράκια κρασί, μέσα σε πλήθη ή σε μικρές παρέες, γνωριζόμαστε, ερωτευόμαστε, πονάμε και γιατρευόμαστε.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή, και το σκοτάδι παίρνει από εμάς ομήρους, μας κλέβει μνήμες-κομμάτια του εαυτού μας και τα σκορπίζει στη λήθη. Εμείς της συντρίβουμε την κεφαλή και αυτή μας δαγκώνει την φτέρνα. Και τότε, όλα αυτά που ζήσαμε και χάσαμε τα παίρνει η νύχτα.

Υ.Γ. Κι όχι αυταπάτες προπαντός: Ακόμα και όταν διασώσουμε τις αναμνήσεις μας, δεν είναι καθόλου σίγουρο αν οι αναμνήσεις αυτές είναι κάτι που έχουμε ή κάτι που έχουμε πια χάσει. Η νύχτα κερδίζει διαφορετικά: κρατά την πραγματικότητα και μας αφήνει την αόριστη γοητεία της στη μνήμη μας.

Και σ' αυτήν την περίπτωση, το πήρε η νύχτα.
.....................................................................................................................................

© εν μέρει, σε ορισμό και παράδειγμα:

Christopher Nolan, Memento
Γιώργος Σεφέρης, Η Στέρνα
Αγία Γραφή, Γένεσις
Μανώλης Αναγνωστάκης, Επίλογος
Χρήστος Θηβαίος, Καλή σου νύχτα
Κ.Π. Καβάφης, Καισαρίων
Τάκης Σιμώτας, Νίκος Παπάζογλου, Κανείς εδώ δεν τραγουδά
Σωκράτης Μάλαμας, Τίποτα δε χάθηκε

- Τι κάνεις εκεί ρε με το κρασί;
- Ξέρεις πως μ' αρέσει αυτό το τραγούδι... «Θυμήθηκα που πίναμε σε τούτο το τραπέζι...» Τι λες να γίνονται όλες οι στιγμές που περνάν και χάνονται; Ζούνε μέσα μας; Πεθαίνουν; Σβήνουν για πάντα; Βγάζω νόημα ή γυαλίζει το μάτι μου;
- Και τα δύο... Ποιες στιγμές;
- Τόσο είχε ο μήνας και τότε, αλλά ξημέρωνε Σάββατο, όχι Κυριακή. Της μιλούσα, μου μιλούσε, ακούγαμε την μπάντα των παιδιών από την Τούμπα, τα θυμάσαι τα παιδιά; Μετά πιο κοντά, μετά το φιλί. Κι ύστερα πέρασαν χρόνια, Σαλονίκες, Αθήνες, τηλέφωνα, σαββατοκύριακα, εκδρομές. Και μετά χώρια. Άλλα τόσα χρόνια. Κι από όλα αυτά, στο τέλος βρέθηκα με μισό κουτί αντικείμενα που δεν μου μιλάνε, δε λένε τίποτα. Γι' αυτό σε ρωτάω, που πήγαν οι στιγμές που ζήσαμε;
- Τις πήρε η νύχτα, αδερφέ, τις πήρε η νύχτα...
- ...
- Δεν μου είπες, τι έκανες με το κρασί;
- Όποτε παίζει αυτό το τραγούδι και βρεθώ να τα πίνω πάνω σε χωματένιο πάτωμα, ρίχνω ζούλα λίγο κρασί καταγής.
- Αυτό δεν το κάνουν για τους νεκρούς; Η δικιά σου δεν πέθανε πια. Μην το παρατραβάς!
- Ναι, έχεις δίκιο... Άκου τι έβαλε: «Τίποτα δε χάθηκε ποτέ από κανέναν»...

(από Mr. Cadmus, 11/02/12)"Eternal Sunshine of the Spotless Mind" (2004). (από patsis, 15/12/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ηλεκτρολογικής προέλευσης σλανγκισμός που απλούστατα σημαίνει χάνω την ενέργεια και την κινητικότητά μου μετά από κρίση κούρασης ή υπνηλίας, σαν να κατεβάζω μία-μία τις ασφάλειες ενός πίνακα αφήνοντας σταδιακά το σπίτι στο σκοτάδι. Λογική συνέχεια είναι το πλήρες μπλακ άουτ και το τούφεν σλάφεν.

Μεταφορικώς, σε παρελθοντικούς χρόνους και ακολουθώντας δυσδιάκριτο σλανγκάζ με το λήμμα βλακ άουτ, η έκφραση δηλώνει και την έλλειψη σπιρτάδας και ανταπόκρισης στα ερεθίσματα του ελαφρώς βλακάκου.

  1. - Πάμε κι αλλού;
    - Να μαζευτούμε να πάτε. Εγώ παιδιά δεν την παλεύω άλλο, από δουλειά έρχομαι. Είκοσι ώρες στο πόδι είμαι, έχω κατεβάσει ασφάλειες. Την κανά, αύριο πάλι.

  2. - Μια ώρα να καταλάβει το δρομολόγιο ρε φίλε! Μ' έσκασε!
    - Τι κάθεσαι και ασχολείσαι ρε με τον μικρό; Δεν τον βλέπεις που έχει κατεβάσει ασφάλειες; Μπαινάκης - βγαινάκης ό,τι και να του πεις.

(από GATZMAN, 11/04/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Έκφραση-απάντηση σε ενθουσιώδεις προτάσεις που μας βρίσκουν αδιάφορους. Κάνει χρήση της βρετανικής τεχνικής της συσσώρευσης (buildup) και της κατάρρευσης (collapse) των συναισθημάτων του ακροατή, ο οποίος από το πρώτο μισό προκαταλαμβάνεται για την ντεμέκ θετική μας στάση και στο δεύτερο μισό τσιμπάει το άκυρό του.

Σ.σ.: Ράντομ σάιενς, μην τα πάρετε τοις μετρητοίς...

- Λοιπόν, πολύ χαίρομαι που βγήκαμε τελικά για έναν φρέντο.
- Κι εμείς Χαρίλαε, κι εμείς! Έτσι αγάπη μου;
- Ναι, ναι...
- Κι όποτε θέλετε και μπορείτε να πάμε στην Πανεπιστημίου, στην Λυρική, που έχει φέτος κάτι παραστάσεις σούπερ!
- Α, τι καλά! Τι λες μωρό μου;
- Να μαζευτούμε να πάτε αγάπη μου...

Mel Brooks, Blazing Saddles, 1974. Το απόσπασμα αφορά τα σχόλια. (από patsis, 25/04/11)

Δες και κάποιος περισσεύεις.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μετάφραση-μεταφορά της αμερικανιάς sandy vagina (βλ. εδώ). Χρησιμοποιείται για να δείξει την ευερέθιστη διάθεση κάποιου που λειτουργεί καταστροφικά για όλη την παρέα. Αυτή του η διάθεση δεν οφείλεται στο ότι είναι γκρινιάρης γενικά σαν άνθρωπος, αλλά μάλλον σε κάποιο άγνωστο σε εμάς και τρομερά ενοχλητικό πρόβλημα που τον ταλαιπωρεί, από το οποίο όμως δεν είναι εύκολο ούτε να ξεφύγει, ούτε να μοιραστεί για να μας δώσει κι εμάς να καταλάβουμε.

Φαντάζομαι πως κάπως έτσι νιώθουν τα κοριτσάκια αν, φευ, τους συμβεί κυριολεκτικά το κακό του λήμματος.

Εντάσσεται σε μια μικρή αλλά συνειδητοποιημένη υποκατηγορία της χρήσης του λήμματος μουνί που δεν αναφέρεται απαραίτητα στην γυναικεία φύση, ούτε στο σεξ αλλά και ούτε σε κάτι απαξιωτικό (βλ. έχει πήξει το μουνί μας, κάηκε το μουνί μας κλπ).

- Άντε ρε μαλάκες. Καθόμαστε δέκα ώρες μέσα! Πάμε μια βόλτα πια!
- Τώρα, δικέ μου, κάνουμε το τσιγαράκι και πάμε για ποτό;
- Τι ποτό και μαλακίες, πάλι τα ίδια;
- Ε, και πού να πάμε; Δεν πάμε στο Γκάζι να βρούμε τους άλλους;
- Το βαρέθηκα και το Γκάζι και τους άλλους. Πάμε κάπου αλλού!
- Πού ρε μεγάλε, μίλα!
- Δεν ξέρω. Αν είναι να τριγυρνάμε πάντως άσκοπα, εγώ δεν πάω πουθενά, να ξέρετε.
- Κολλητέ, βγάλ' την άμμο από το μουνί σου! Ακούς τι λες; Τι έχεις πάθει; Ξεκόλλα!

Vagina aggerata... (από patsis, 11/04/09)(από patsis, 26/05/11)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Δυνατή, τιραμισουρεαλιστικά αντρίκια και παλαιάς κοπής έκφραση που λέγεται σε δύο κυρίως κατηγορίες καταστάσεων:

  1. Ολίγον κυριολεκτικά (λέμε τώρα...), για να εκφράσει την αφόρητη ζέστη που χτύπησε τον ομιλούντα και τον γονάτισε, ιδίως αν αυτός είναι ανυπεράσπιστος στα καιρικά φαινόμενα. Αν η ζέστη έφτασε στο πιο υγρό και φυλασσόμενο σημείο της γυναίκας και το έκαψε, στο διάβα του τα έχει προηγουμένως κάνει πουτάνα όλα.

  2. Ανάλογης συλλογιστικής είναι και η πιο γεια σου χρήση: Σημαίνει καταστραφήκαμε, μας ήρθε κάτι από κει που δεν το περιμέναμε και μας ρήμαξε και τώρα τρέχουμε και δεν φτάνουμε.

  1. - Πώς πάει παιδιά η σκεπή; Μέχρι το Δεκαπενταύγουστο θα έχω ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου; Χαχα...
    - Αφεντικό, κάηκε το μουνί μας εδώ πάνω τρεις μέρες τώρα μες στον ήλιο. Φέρνε νερά γιατί σε βλέπω να πληρώνεις και τις κηδείες μας...
    - Σόρυ ρε μάστορα, μαλακία μου. Άστα όπως είναι, κάντε ένα διάλειμμα για μπύρα και συνεχίζετε το σούρουπο. Δεν γαμείς ψηλά καπέλα; Να πάθετε και τίποτα...
    - Μπράβο ρε καρντάση. Σωραίος.

  2. - Και που λες ανοιχτήκαμε, βάλαμε τα παιδιά μας ενέχυρο που λέει ο λόγος, φιλήσαμε κατουρημένες ποδιές και πάνω στο χύσιμο που ξαναλέει ο λόγος, με το ένταλμα πληρωμής στο χέρι, ο διευθυντής μας ρίχνει ένα άκυρο: «Κρίση, κόβονται τα δάνεια» και παπαριές μανίτσα μου.
    - Και τώρα;
    - Τώρα κάηκε το μουνί μας αδερφέ! Τώρα αν δεν μπούμε φυλακή θα είναι θαύμα. Άστα να πανε. Άντε γεια μας, η κρίση θέλει καλοπέραση.
    - Γεια σου και περαστικά σου...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κλασική έκφραση που περιγράφει γλαφυρά και εμπνευσμένα (παρ' όλη την παλαιότητά της) το προχωρημένο σημείο στο οποίο έχει φτάσει το κουρέλιασμα της ψυχολογικής μας ισορροπίας. Λέξη κλειδί για να αντιληφθούμε ποια είναι τα άτυχα υποκείμενα αυτής, είναι το «ταξί». Και εννοώ ότι πρόκειται για μια πρόταση-κραυγή του αστικού πληθυσμού η οποία δεν θα μπορούσε να εκφράσει έναν αναχωρητή, έναν καλόγερο στο μοναστήρι του, έναν βοσκό. Η χρήση της συγκεκριμένης έκφρασης, παρά τις κάποιες επιμέρους αντιφάσεις, ακολουθεί το αλμπεργαμικό (έστω σαρτρικό) «Η κόλαση είναι οι άλλοι».

Δεν είναι δύσκολο να φτάσει κάποιος σε τέτοια απόγνωση στην κενωνία την άτιμη που ζούμε. Σκεφτείτε:

  • Το θέμα ύπνος Λίγος, πάντα λιγότερος από αυτόν που θα θέλαμε. Με όλες τις δουλειές και τις σκοτούρες ακατάστατος. Σε κουτιά από τσιμέντο-τσιγαρόχαρτο που σου επιτρέπουν να ξυπνήσεις μέσα στο μαύρο το μεσάνυχτο από τις ομιλίες ή τίποτα δυνατές σκέψεις του γείτονα. Και αν καταφέρεις και ξανακοιμηθείς, θα ξυπνήσεις ακριβώς ένα λεπτό αργότερα για τη δουλειά ή, αν παρακοιμηθείς, θα σε σηκώσει το αφεντικό σου τηλεφωνικώς, με τρυφερά ουρλιαχτά για καλημέρα. Σ' αυτήν την περίπτωση πιθανώς να έχεις παράλληλα και ένα bad hair day. Εκτός κι αν τα μαλλιά σου έχουν αποφασίσει εδώ και καιρό να κοιμηθούν λίγο παραπάνω από εσένα, στο μαξιλάρι σου.

  • Η πόλη Στην Ελλάδα όσο μεγαλύτερη τόσο χειρότερα. Θα συναντήσεις τραγική κίνηση, ρύπανση, έργα, πορείες, απειλές για βόμβες, μονοδρομήσεις-έκπληξη, απεργίες μεταφορικών μέσων και φυσικά χιλιάδες άλλους ανθρώπους που έχουν τα δικά τους, όπως εσύ. Στατιστικά, είναι αναμενόμενο να πετύχεις τουλάχιστον έναν ράντομ μαλάκα να σε φτιάξει παραπάνω. Άγγελοι και πριγκίπισσες το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι και χωρίς καφέ δεν υπάρχουν, και να υπήρχαν, δε θα τους δεις.

  • Οι σπουδές Ακόμα κι αν διάλεξες τις σωστές, παλεύεις από τη μια με τα βιβλία (το οποίο είναι καλό) από την άλλη με τα κόμπλεξ του κυρίου καθηγητή, με τα βυσματούχα κομματόσκυλα, την αδιαφορία, τις ελλείψεις. Υπάρχουν και οι τυχεροί, δε λέω.

  • Η δουλειά Άγχη, αφεντικά, ρουφιανιές, χαραμισμένο πτυχίο και όνειρα. Πολλοί εκεί έξω για εφτακόσια ευρώ και κάτι ψιλά. Δεν επεκτείνομαι.

  • Τα λεφτά Θες δε θες, είναι παντού σαν ιδέα και πουθενά σαν ύπαρξη. Παρασυρόμαστε ο ένας από τον άλλο και κάνουμε λες και θα τα πάρουμε μαζί μας. Είναι η ύπουλη άποψη της μετρησιμότητας των αγαθών. Είναι η κλινική ενσάρκωση της δήθεν εξουσίας μας, του ενός επί του άλλου και τανάπαλιν.

  • Οι σχέσεις Μέγα κεφάλαιο. Δύσκολα τα ανθρώπινα. Κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος ξεχωριστός κόσμος και, αν το δεις έτσι, είναι πιο λογικό η αρμονία μεταξύ μας να είναι η εξαίρεση, παρά ο κανόνας, Ό,τι την μια μέρα σε ανεβάζει, την άλλη μπορεί να σε ρίξει βαθύτερα. Νταξ, αυτή είναι η μαγεία του πράγματος μεν, αλλά όταν μπερδεύεται η υπόθεση, το ποτήρι τείνει να φαίνεται μισοάδειο. Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, γκόμενες, γκόμενοι, όπου υπάρχουν κανόνες είναι καταπιεστικοί, όπου δεν υπάρχουν είσαι μάλλον μόνος σου, χωρίς χάρτη, στα χαμένα.

  • Τα παιδιά Η ομορφιά και η ελπίδα του κόσμου. Ρισπέκτ. Αλλά πώς σκατά τα κατάφερναν οι γονείς μας, μπορείς να μου πεις;

  • Οι αστάθμητοι παράγοντες Θρυαλλίδα των προαναφερομένων και όσων ο συντάξας δεν σκέφτηκε ή δεν άντεξε να καταγράψει. Είναι το προηγούμενο βήμα πριν την εκφορά της σλανγκοπεριγραφόμενης έκφρασης. Είναι το σύμπαν που πετάγεται από την γωνία και σου κάνει «Τζά! Τσίμπα ένα αρχίδι!». Κλήση για παρκάρισμα θα είναι, ακύρωση ραντεβού θα είναι, το πισί σου που γονάτισε και πήρε μαζί του δουλειά ημερών... Εκεί είναι που αρχίζεις να κάνεις τις συνδέσεις με όλα τα παραπάνω και αρχίζεις τα γαλλικά...

Ο εκστομίζων την έκφραση λοιπόν, πριν τα πράγματα ξεφύγουν από τον έλεγχο και αρχίσει να βγάζει αφρούς, βρίσκει λίγα δευτερόλεπτα να κάνει έναν αυτογνωστικό μίνι απολογισμό της κατάστασης, εντοπίζοντας τόσο το πρόβλημα, όσο και τη λύση που φαίνεται πιο ρεαλιστική: Το πρόβλημα δεν είναι το σύμπαν και ο κόσμος μας! Το πρόβλημα είναι πρόβλημα όταν μπορεί να λυθεί. Αλλιώς είναι φυσικό εμπόδιο, σαν τον διαιτητή που σου κόβει αθέλητα τη σουτάρα για γκολ και πρωτάθλημα. Θυμηθείτε: Τον ξένο και τον εχθρό, τον είδαμε στον καθρέφτη. Επομένως στις προκείμενες περιπτώσεις «φταίμε» εμείς, φταίνε τα νεύρα μας και, συνεπώς, πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτό: να χαλαρώσουμε (τα χάπια προτείνω να τα εκλάβουμε μόνο μεταφορικά) και, αφού εκτιμούμε ότι τίποτα δεν θα βγει αν επιμείνουμε, να πάρουμε ένα ταξάκι για το σπίτι και να αφήσουμε το πρόβλημα για αύριο που θα έχουμε καθαρό μυαλό. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Ίσως και να ξεφυλλίσουμε λίγο slang.gr για να βρούμε νέους τρόπους να μιλήσουμε για πανάρχαια προβλήματα.

[Παράδειγμα δεν βάζω γιατί φοβάμαι ότι θα το χαλάσω και δεν θέλω.]

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Εξοργίζομαι σε τέτοιο βαθμό που με πιάνει μια υστερία, ένα παραλήρημα από φωνές, ουρλιαχτά και μπινελίκια χωρίς αυτοέλεγχο, με αποτέλεσμα η κατάστασή μου να θυμίζει, κυριολεκτικά ή καθ' υπερβολή, λυσσασμένο άνθρωπο με αφρούς στο στόμα.

- Φιλενάδα έκανα μαλακία...
- Μίλα τέκνον μου. Με το Γιάννη;
- Ναι, αλλά όχι γκομενικά και τέτοια. Θυμάσαι το λουκάνικο που έχει και στέκεται στην αποθήκη και μαζεύει σκόνες; Έβγαλα κι έπλυνα τις παραλλαγές του...
- Και;
- Αυτά τα φθηνοπράματα δεν ήταν για πλύσιμο τελικά... Ένα μάτσο κουρέλια έβγαλα από το πλυντήριο. Τα είδε και έβγαλε αφρούς. Το τι άκουσα... Καθόταν κι έκλαιγε για κάτι λοχιόσημα, για κάτι πέυ-μπουκ, ιστορικά εξοδόχαρτα και κάτι τέτοια ακαταλαβίστικα.
- Χαχα! Και δεν του είπες αυτό που λένε στα αγοράκια; «Μέχρι να πας φαντάρος θα γιάνει!». Χαχα!
- Ναι, παίξε με τον πόνο μας τώρα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έκφραση με ρίμα και ρυθμό που εκστομίζεται (και καλά) από ένα εργαζόμενο κορίτσι προς τον πελάτη της για να του πει πως, την κούρασε μεν με τις απαιτήσεις, τα βίτσια του, τα σέα του και τα μέα του, αλλά στο τέλος την αποζημίωσε με το παραπάνω, κάνοντας όλη την προσπάθεια να αξίζει.

Σλανγκικώς, την έκφραση χρησιμοποιεί όποιος, από φιλότιμο ή από υποχρέωση, αναγκάστηκε να κάνει μια υπερπροσπάθεια για να ικανοποιήσει κάποιον και, λίγο πριν οι κόποι του του βγουν ξινοί, ο ευεργετημένος τον επιβράβευσε αρκούντως, επιφέροντας μιας μορφής δικαιοσύνη.

Ρητορική συμβουλή: χρησιμοποιείστε ελαφρώς ξενική προφορά για καλύτερα αποτελέσματα.

- Λοιπόν, σου έχω εδώ τρεις παλιές πτυχιακές με πάνω-κάτω το ίδιο θέμα, τους ισολογισμούς όλου του κλάδου των τελευταίων δύο ετών και δύο γίγκα κλασική μουσική να χαλαρώσεις και να καθήσεις να γράψεις. Τίποτις άλλο;
- Τίποτα ρε αδερφέ, και πολλά έκανες. Κι εγώ όμως ε; Τι σου έχω; Τσίμπα μια πρόσκληση για τον Τερζή που σ' αρέσει με μπουκάλι σπέσιαλ και ξηρακαρπά κομπλέ που κέρδισα στο ραδιόφωνο! Σωστός;
- Σοβαρά μιλάς; Καλά, τώρα μ' έφτιαξες! Με ίδρωσες αλλά με πλήρωσες! Χαλάλι σου!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία