Εννοείται καταδρομική επιχείρηση ή ενέργεια και αναφέρεται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των καταδρομέων (λοκατζήδων κ.λπ.) που χρησιμοποιούν τεχνικές ανορθόδοξου πολέμου για την επίτευξη μιας αποστολής, όπως αιφνιδιαστική έφοδο επί του στόχου, πλήρη απόκρυψη, καταιγιστική ταχύτητα και άλλα τέτοια στρατοκαυλικά.

Κατ' αναλογία στην καθομιλουμένη, καταδρομική είναι είτε η επέμβαση κάποιου που διενεργείται οργανωμένα και ξαφνικά, με σκοπό να πιάσει τα θύματά της στον ύπνο, είτε η πράξη που, για την εκτέλεσή της, απαιτεί από τον επιχειρούντα να μαζέψει τα κουράγια του, να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τη ραθυμία που στέκονταν εμπόδιο μέχρι τότε και να μην σταματήσει μέχρι αυτή να ολοκληρωθεί.

Η ίδια η πράξη μπορεί να είναι από την πιο απλή και καθημερινή (βλ. παράδειγμα 2) έως το ξεκαθάρισμα της πιο μπερδεγουέη κωλοκατάστασης.

  1. «Αιφνιδιαστικές» επιθεωρήσεις δημοσίων υπηρεσιών με ειδοποιημένες κάμερες και συνεργεία δεν είναι επιθεωρήσεις. Θέλεις να κάνεις επιθεώρηση κύριε υπουργέ; Πάρε έναν γραμματέα σου, μπες στο αυτοκίνητό σου και κάντε μια καταδρομική σε ένα ΙΚΑ ή σε μια πολεοδομία. Κι όταν φτάσεις, κάνε για λίγο και τον φουκαρά πολίτη ή τον «ανοιχτό σε λύσεις» απατεωνίσκο. Να δεις τι γράψιμο ή τι γρηγορόσημα και μίζες έχεις να αντιμετωπίσεις αντίστοιχα.

  2. Μικρέ, θα κάνεις μια καταδρομική; Πετάξου στο πιο κάτω περίπτερο πού 'χει και τη μάρκα μου. Κι άμα πας τσίμπα ένα πεντάευρο και κράτα για την πάρτη σου τα ρέστα.

  3. - Αρχηγέ, από το υπόγειο έρχομαι. Να ξέρεις, το αρχείο είναι άρτσι μπούρτσι και λουλάς. Θα μας ζητήσουν από πάνω κανέναν παλιό φάκελο και θα τους κοιτάμε σα μαλάκες.
    - Ρε Λευτέρη, θα κάνουμε μια καταδρομική ένα Σάββατο να το συμμαζέψουμε;
    - Τι θέλω και μιλάω...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το σκάλωμα μιας ομάδας μπάφκετ που έχει εξασφαλίσει μεγάλη ποσότητα, έχει κλειστεί στο μπαφόσπιτο και έχει καεί στο μπάρμπεκιου.

Λέγεται επεξηγηματικά για να αιτιολογήσει κανείς την ξαφνική απουσία όλων των φουνταμενταλιστών της παρέας, ξεκαθαρίζοντας πως οι μόνες λύσεις για να τους ξανασταμπάρουμε κάπου είναι να τελειώσει η νταφού ή να τελειώσουν οι πάστες.

Παραφθορά παλαιότερου punchline από διαφήμιση υγρού πιάτων: «Στο Βιλλαμπάχο ακόμα τρίβουν».

- Καλά, αυτοί οι χαβαλέδες άρχισαν να λείπουν κι από τα εργαστήρια τώρα;
- Ποιοι μωρέ, οι φουντικοί κι οι χασίστες; Στο βιλλαμπάφο ακόμα στρίβουν... Ήρθε η άκρη τους από κάτω και έχουν καπνίσει μισό στρέμμα σε δυο μέρες...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Φυσικό τοπίο απομονωμένο, χωρίς υποψία ανθρώπινης παρουσίας όσο φτάνει το μάτι μας, όμορφο και γαλήνιο, που σε καλεί να σχετιστείς μαζί του και να αφήσεις πάνω του ένα κομμάτι του εαυτού σου. Είναι το πιο ταιριαστό περιβάλλον για να σε κυνηγήσει ζαρκάδι, καθ' ότι μέσα στη φύση, προτείνοντάς σου το άγγιγμά της με απαλά χορταράκια, ενώ θα αφήνεις το γραμμάτιο. Αν η γεωμετρία του χώρου το επιτρέπει, αφέσου στην δροσερή αύρα και χέσε ψηλά κι αγνάντευε.

Μεταφορικά 1: Γενικώς η ερημιά, χωρίς την εννοιολογική μυρωδιά πεθανίου.

Μεταφορικά 2: Το αντίθετο της πήχτρας, του σκοτωμού σε ένα μέρος, η απόλυτη ερήμωση από ανθρώπους.

  1. Και ενώ πηγαίνω καρφωτός, με πιάνει ξαφνικά ένα κόψιμο... Βρήκα όπως-όπως μια ερημιά για χέσιμο, παράτησα κινητά, GPS, πόρτες ανοιχτές, έριξα την ψήφο μου και ξαλάφρωσα...

  2. - Την καυλίτσα που την είχες στο μπίρι-μπίρι χθες την έφαγες;
    - Ναι, φορτωτική κανονικά. Μέχρι να μπει ο σύρτης όμως μου ζάλισε τ' αρχίδια.
    - Πρώτα ανοίξαμε και σας περιμένουμε και μετά σου τό' παιζε δύσκολη;
    - ...Και «εδώ περνάει κόσμος» και «πάμε κάπου πιο απόμερα» και κάτι τέτοιες παπαριές. Ε, τα πήρα στο κρανίο κι εγώ, ξαναέβαλα μπρος και την πήγα πάνω στο βουνό, στου διαόλου τη μάνα. Ερημιά για χέσιμο, τέτοια φάση.
    - Πάντως από ρομαντισμό είσαι καλλιτέχνης ρε κολλητέ, Αλμπέρ Γαμύ...

  3. - Τώρα τι κάνουμε;
    - Φεύγουμε σούμπιντοι, όπως ήρθαμε. Εδώ θα κάτσουμε; Εδώ είναι ερημιά για χέσιμο. Παρέα στα γκαρσόνια θα κάνουμε;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πέρα από το νόμισμα της καρτουνίστικης πολιτείας και το χαρτί στο οποίο ο Σκρουτζ κάνει τα μακροβούτια του, σημαίνει σλανγκιστί τις επιταγές, συναλλαγματικές κλπ που, λόγω της λαμογιάς ή της μπατιριάς του υπογράφοντος, η περίπτωση να πέσουν τελικά τα ματαχρή αποκτά την αξιοπιστία και τη βαρύτητα λιακούρειας θεωρίας.

Λέγονται και χρήματα μονόπολης.

- Τσίμπα! και τις επιταγούλες σου!
- Τι είναι αυτά ρε Παναή;
- «Σκορδομπούτσογλου και Υιός», πολύ μαλλί φιλαράκι!
- Πούτσες μπλε Παναή μου. Καλά, δεν πήρες πρέφα την βρώμα που βγήκε στην αγορά γι' αυτούς;
- Τι δηλαδή, πέτσινες είναι;
- Δολάρια Λιμνούπολης αγόρι μου... Εσύ να' σαι καλά...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κυριολεκτικά, πρόκειται για οργανωμένη εκδήλωση του στρατού με σκοπό την αναψυχή των υπηρετούντων σε ένα στρατόπεδο. Περιλαμβάνει συνήθως την προετοιμασία του χώρου με τραπεζοκαθίσματα, εδέσματα και πάσης φύσεως σχετικά, με χώσιμο των ίδιων των φαντάρων που πρόκειται να «διασκεδάσουν», την υποχρεωτική προσέλευση όσων δεν έχουν υπηρεσία (αντί να βγουν σαν άνθρωποι στην έξοδό τους), την παροχή μίας (1) κανονικής μπύρας ανά στρατιώτη (βλ. όπου φτωχός κι η μπύρα του) ή απεριόριστης (γιατί μένει στα αζήτητα) μπύρας χωρίς αλκοόλ, την παρέα του ίδιου αρχιδόκαμπου που τρως στη μάπα κάθε μέρα, και, τελικά, την απόλαυση κάποιας φωνάρας ή κανενός Κακοφωνίξ που δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του. Η καθαριότητα και η ευπρέπεια του χώρου όταν το πάρτυ τελειώσει είναι, φυσικά, και πάλι καθήκον του φιλόμουσου κοινού, όπως άλλωστε και οι σκοπιές για τους τυχερούς που αναλαμβάνουν πόστο αργάμιση.

Ευτυχείς παραλλαγές περιλαμβάνουν κρυφή μπυρασφάλεια από κανένα φιλαράκι λέουρα, μπυρουέτες από μισοπιωμένους αξιωματικούς και, σε μυθικές, ούρμπαν λέτζεντ, καταστάσεις, απρόσμενα ξεσαλώματα με χορούς από μπαλαλάικες και λοιπές φραπεδιάρες.

Μεταφορικά, ο όρος παραπέμπει στην ξενερουά μάζωξη μιας παρέας-ψωλαρίας, σε ιδιωτικό κυρίως χώρο, και την αφοσίωση σε κουβέντες για μπάλα, αυτοκίνητα/μηχανές, γκόμενες και, φυσικά, στρατό.

Ο μύθος των ευχάριστων εκπλήξεων συνεχίζει να υπάρχει (ως μύθος).

- ...Έχω πάρει την πρώτη μετάθεση και είμαι σε εβδομάδα προσαρμογής στο Διδυμότειχο. Και πετυχαίνω στο κρεβάτι πάνω από ένα ασημί μου φλωρόπουστα που τους έχει ψαρώσει όλους και το παίζει παλιός. Μόλις τον παίρνω γραμμή...
- Ρε μάγκες! Τι κάνουμε εδώ πέρα δεκαπέντε ψωλαράδες και λέμε μασάλια; Βραδιά οπλίτη το κάναμε! Λοιπόν, τέλος, ο καθένας παίρνει τηλέφωνο κι από ένα παστάκι και με ό,τι κάτσει πάμε τσάρκα στην πιάτσα!

(από patsis, 08/04/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έκφραση ολίγον τιραμισουρεαλιστική, που περιγράφει σλανγκογραφικώς την κατάσταση φραπέ ενός κινούμενου πλήθους που, αντί να δίνει στους περαστικούς μια σοβαρή, κυριλέ και κιμπάρικη εικόνα, έχει εκφυλιστεί σε τζέρτζελο των συμμετεχόντων, σε α ΠΡΟ.ΠΟ. αυτοσχέδιες μπυρουέτες όσων είναι ή περπατάνε σαν μεθυσμένοι και, γενικώς, σε ένα μπάχαλο χωρίς κανέναν έλεγχο.

Αν και χρησιμοποιείται ανετότατα για παρέα-πουτσοπανήγυρη που ξαφνικά αποφασίζει να πιει το πεντηκοστό της ποτό στο απέναντι μαγαζί, ωστόσο δίνει ρέστα στο χώρο που γεννήθηκε, δηλαδή στον ελληνικό στρατό, σκιαγραφώντας γλαφυρά το καραπουτσαριό μιας παρέλασης φαντάρων, πολύ νέων για να ξέρουν ή πολύ παλιών για να ασχοληθούν με το άθλημα.

  1. - Ρε συ, αυτοί που βγαίνουν από το Bel Air οι δικοί μας είναι; Πού πάνε όλοι μαζί;
    - Δε λες καλύτερα πώς πάνε; Πότε προλάβανε και γίνανε γκολ; Κοίτα χάλι... Σαν μπουρδέλο σε μετακόμιση...

  2. - Τι είναι αυτά ρεεε! Περνάνε τα τεθωρακισμένα ρε ψόφιοι, να ξηλώνεται η άσφαλτος!
    - [φαντάρος μέσα απ' τα δόντια] ...τη μαλακία που σε δέρνει, στρατόκαυλε, στο δώδεκα και σήμερα...
    - Σκασμόοος! Απαράδεκτοι! Μπουρδέλο σε μετακόμιση! Άχρηστοι! ΕΜΠΛΟΚΗ ΣΤ' ΑΡΙΣΤΕΡΟ!...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Επικρατεί βαβούρα, γίνεται μπάχαλο, το έλα να δεις, ο καθένας μιλάει δυνατά και λέει ό,τι νά 'ναι, δημιουργώντας τελικώς ένα γενικό μπουρδέλο όπου κανείς δεν ακούει κανέναν.

Σύνηθες φαινόμενο στην παραθυρομουρμούρα με τους εισαγγελάτους και τους δημοσιοκάφρους να δίνουν το σύνθημα και οι μόνιμοι φωνακλάδες καλεσμένοι να στήνουν ένα κωλοχανείο.

Λέγεται όμως και για μαγαζιά που έχουν πολλή και θωρυβώδη πελατεία.

Από τον όλο αυτό τζερτζελέ δεν πρόκειται να βγει τίποτα, διότι ακόμα κι αν ο μουγκός πονάει πάνω στο φίκι-φίκι δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά και να μιλούσε, στου κουφού την πόρτα...

- Αποστόλη σήμερα θα φέρω μια παρεούλα στην ταβέρνα που παίζεις, να μας πεις κανένα τραγουδάκι από τα καλά που ξέρεις. Κλείσε τραπέζι δίπλα στο παταράκι να σ' ακούμε καλύτερα.
- Κοντά-μακριά ρε Νικόλα, τζάμπα θα έρθετε. Γίνεται πανικός εκεί μέσα, τους μουσικούς μας γράφουν στην καραπουτσακλάρα τους ο κόσμος. Ούτε ραδιόφωνο να ήμασταν.
- Τόσο πολύ ρε κολλητέ;
- Χαμός σου λέω... Γαμάει ο κουφός τον μουγκό...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έκφραση που σημαίνει πως, όσα γκαφρά και να μαζέψει κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο, όταν τα κακαρώσει θα «φορέσει» το φέρετρο και στην άλλη ζωή δεν θα πάρει μαζί του μία.

Είναι μια υπενθύμιση για το τι δεν είναι σημαντικό στη ζωή: να έχεις λεφτά αισθήματα και να κάνεις τη ζωή τη δική σου και των άλλων πατίνι, όσο κι αν είναι το χαρτί.

Άλλωστε, τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν...

- Μαστοράκο μου, μόνο μια χάρη να μου κάνεις, κι εγώ στο γάμο σου νερό με το κόσκινο...
- Τι είναι ρε Παυλάκη;
- Θα μου τη κάνεις τη δουλειά βερεσέ;
- Να σου την κάνω ρε φίλε. Σφίξαν οι κώλοι;
- Γάμησέ τα κι άφησέ τα... Είμαι στον λάκκο με τα κωλοδάχτυλα κι έχω και τον σπιτονοικοκύρη να με απειλεί για δυο νοίκια. Λες και τά 'χει ανάγκη ο Σκρουτζ...
- Το ξύλινο παλτό δεν έχει τσέπες να του πεις του Σπαγκάϊ Λάμα. Νεκροφόρα με κοτσαδούρα έχεις δει ποτέ;
- Σταμάτα να μιλάς και φίλα με καρντασάκι! Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξει ο κώλος μας...

(από patsis, 21/04/09)(από Jonas, 29/10/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Δεν χρησιμοποιώ όλες τις διανοητικές μου ικανότητες είτε λόγω βαρεμάρας, σταρχιδισμού, ευθυνοφοβίας, είτε γιατί ξέρω ότι οι κόποι μου θα πάνε χαμένοι ή θα καπελωθούν από κανέναν ρουμάνο, ρουφ κλπ. Δεν φτάνω βέβαια στο σημείο να έχω εγκεφαλογράφημα ευθεία, απλά κάνω λίγο τον μαλάκα και περνάω αρντάν.

- Καλός-χρυσός ο Παναής, δε λέω, με καλό πτυχίο, όχι τίποτα Πανεπιστήμια του Πούτσεστερ και μούφες, αλλά καίει κάρβουνο. Να του δώσω τη θέση και να πάθουμε κανένα βλακ άουτ;
- Δεν τον έχεις κόψει καλά αρχηγέ. Σπίρτο είναι, απλά πιστεύει ότι χαραμίζεται εκεί που είναι τώρα, βοηθός ανθυποτίποτα στις αποθήκες και λουφάρει μυαλό.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η παταγώδης ανταπόκριση του θηλυκού πληθυσμού για έναν άντρα, προφ για έναν γκραν γαμάω τύπο που σκάει μύτη σε έναν χώρο, ή στην πιάτσα γενικώς. Αλλά και για έναν κοινό θνητό, έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας, που όμως δείχνει στις γκόμενες πως είναι ο άντρακλας α λα Humphrey Bogart, με λίγα λόγια και αντρίκια και βλέμμα που κάνει τα λιοντάρια γατούλες.

Ανάλυση της έκφρασης: Όπως σλανγκικώς έχει καταδειχτεί από το φαινόμενο του γραμματοσήμου και άλλα ηχηρά παρόμοια, το γυναικολογικό επακόλουθο ενός τέτοιου εξ αποστάσεως σεξουαλικού ερεθίσματος είναι το νιμού να σαγηνευτεί και να ετοιμαστεί όλο προσμονή για δράση υγραίνοντας τα σκέλια του, αρκεί να να μην το παρακάνει και τελειώσει εντυπωσιακά ον δε σποτ. Υπερβολικό; Άβυσσος το μουνί της γυναίκας!

Υ.Γ. Να μην συγχέεται με το κατούρημα!

  1. - 'Ασε κολλητέ, η δικιά μου άρχισε να μου κάνει νερά...
    - Ξύνεται το μουνάκι της να σου τα φορέσει;
    - Εκεί πάει το πράγμα. Μου 'χει φάει τ' αυτιά γι' αυτόν τον ζεν πρεμιέ τον Γιάννη από το γραφείο. Και τι συμπαθητικός τύπος είναι, και να βγούμε μια φορά με τα παιδιά από τη δουλειά σου και τέτοιες πίπες. Σε τα μας τώρα το Δεσποινάκι;
    - Πάντως φίλε να την προσέχεις τη φάση, γιατί γι' αυτόν τον τυπά βρέχονται βρακάκια όπου περνάει, έχει μεγάλο σουξέ.

  2. - Καλά ρε μαλάκα, πώς ντύθηκες έτσι; Για ένα καφέ θα πάμε, όχι στα μπουζούκια.
    - Καλός είμαι;
    - Ζαγοραίος! Θα βραχούνε βρακάκια για την πάρτη σου!

  3. - Και που λες, γίνεται του μουνιού το ξέσκισμα, αυτός ο λεχρίτης απειλεί γενικώς για απολύσεις και μαλακίες, εμείς έχουμε μείνει παγωτό, δυο-τρεις γκόμενες κλαίνε...
    - Και μετά;
    - Μετά εμφανίζεται από το πουθενά ένα παλικάρι από άλλο τμήμα, ψύχραιμος κι ωραίος, και του λέει «άνθρωπέ μου, ηρέμησε, άσε τις απειλές γιατί είμαι μάρτυρας και θα σου φέρω εδώ επιθεωρήσεις, δικηγόρους και κανάλια να πάρεις και για το σπίτι». Είχε μια φωνή, ψάρωσαν όλοι. Έκανε τουμπεκί ο ρουμάνος, έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια κι έφυγε. Οι κοπέλες λιώσανε, βρέξανε βρακάκια, αφού μετά πήγανε να τον βρουν και τον αγκάλιαζαν...

(από patsis, 24/09/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία