«Ποιον πρέπει να γαμήσω/πηδήξω για να γίνει το x πράγμα;».

Μάλλον αμερικανικής προελεύσεως έκφραση (who do I have to fuck κλπ). Δηλώνει αγανάκτηση για υπηρεσία η οποία, ενώ οφείλεται και αναμένεται, δεν παρέχεται, καθυστερεί ή παρουσιάζει εξοργιστικές επιπλοκές στην πράξη.

Το fuck στα αγγλικά σημαίνει ό,τι και το γαμάω / πηδάω στα ελληνικά, με την επιπλέον σημασία του κάνω σεξ με κάποιον ασχέτως ρόλου (το λένε και οι γυναίκες δηλαδή, αντί του κάθομαι σε κάποιον).

Μετά από αναμονή που μας φαίνεται ατελείωτη, μετά από πολλά μπερδέματα και πολλές προσπάθειες από μέρους μας, φτάνουμε σε ένα σημείο που είμαστε πρόθυμοι να ανταλλάξουμε το κορμί μας για το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι ποιος θα το πάρει ώστε να κλείσει το deal, και αυτό ακριβώς ρωτάμε, για να τελειώνουμε.

Επειδή όμως στα ελληνικά η σημασία του γαμάω ως τιμωρώ/δέρνω είναι πιο συνηθισμένη απ' ό,τι στα αγγλικά, η φράση έχει σχεδόν πάντα διπλή σημασία: «σε ποιον πρέπει να πουλήσω το κορμί μου» αλλά και «ποιον πρέπει να δείρω για να έχω επιτέλους το τάδε».

  1. Από εδώ:

- Ποιον πρέπει να πηδήξω για να πιω ένα καφέ;
- τον παγκο εκει στο βαθος... απο πισω θα βρεις την καφετιερα lol.

  1. Από εδώ:

Ποιον πρέπει να πηδήξω για να κάτσει επιτέλους κάποιο συνθηματικό; Όσες φορές μπήκα, ήταν αφού αναγκάστηκα να κάνω αίτηση καινούριου συνθηματικού, το οποίο δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω πράσινο(ούτε καν πατώντας αμέτρητα τυχαία πλήκτρα) και άσχετα με το αν χρειάζεται ή όχι να είναι πράσινο(ασφαλές), αφού γράψω το συνθηματικό, το επιβεβαιώσω και σώσω τις αλλαγές, αν κάνω [...]

  1. Από εδώ:

Οκ, τέρμα η πλάκα, ποιον πρέπει να γαμήσω για να ξεκολλήσουμε από τον κουραδόβαλτο; Είμαι και large ο πούστης, το ξεμάτιασμα έπρεπε να το παραγγείλω για την πάρτη μου...

  1. Από εδώ:

Δηλαδή, Ποιόν Πρέπει Να Γαμήσω Για Να Έχω Ίντερνετ; Σήμερα θυμήθηκα μια φίλη από το πολύ βαθύ παρελθόν. Συνήθιζε να πηγαίνει σε δημόσιες υπηρεσίες για διάφορες δουλειές κι όταν έβρισκε τον γνωστό τοίχο, φώναζε: «Δηλαδή, πρέπει να γαμήσω κάποιον για να κάνω την δουλειά μου; Όχι πείτε μου, αν είναι να το δούμε...»

  1. Σε άλλη μορφή από εδώ, με σαφώς πιο κυριολεκτική σημασία:

πω πω ζηλεύω και θέλω κ εγώ εκπομπή!!!! επιτέλους.....σε ποιον πρεπει να κατσω για να μου δώσει εκπομπη στο πανμέγιστο μοναδικό και ανυπέρβλητο PamakRadio;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

(... ο λόγος το λέει, έτσι;)

Παθητική φωνή του γαμάω, βλ. ορισμό. Επίσης πρβλ. την μεγάλη (αλλά όχι πλήρη) καταχώρηση του Τριανταφυλλίδη. Παρακάτω συμπεριλαμβάνω τόσο σλανγκ όσο και μη σλανγκ σημασίες, για λόγους πληρότητας.

γαμιέμαι

1. Πρώτον και κύριον, κάνω σεξ δεχόμενος /-η διείσδυση. Κάνω σεξ με ρόλο παθητικό, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στο μυαλό του καθένα που χρησιμοποιεί το ρήμα.

i. - Α, φιλενάδα, εμένα όταν γαμιέμαι μου αρέσει να μου χαϊδεύει το στήθος και να με τραβάει από τα μαλλιά...
- Πώς δηλαδή;

ii. - Μπαίνω μέσα και τον πιάνω να γαμιέται με τον κολλητό του!
- Ουγκχ... Ε τον Μπάμπη...Πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά-κουβάρια...

iii. - Στις τουαλέτες του Skandinavik έχω κάνει αμαρτίες εμένα που με βλέπεις...
- Μωρή! Γαμήθηκες σε τουαλέτα;
- Όχι, αλλά κάτι τσιμπουκάκια τά ’χω πάρει...

2. Κάνω σεξ ασχέτως «ρόλου», τόσο για άντρες ή γυναίκες, ετεροφυλόφιλους ή ομοφυλόφιλους. Κυρίως στον πληθυντικό.

- Μ’ αυτήν την γυναίκα την είχα καταβρεί, ίσως ήτανε χημεία, δεν ξέρω. Γαμιόμασταν συνέχεια και γουστάραμε, πέντε λεπτά να μας άφηνες, θα ορμούσαμε ο ένας στον άλλο. Ήταν μια περίοδος που κλεινόμασταν στο σπίτι και βγαίναμε μόνο για προφυλακτικά.

3. Έχω μια σεξουαλική σχέση με κάποιον ή κάποια. Η νοηματική έμφαση στο σεξ ενίοτε υποχωρεί, κυρίως όταν μιλά κάποιος σαν αντικειμενικός παρατηρητής. Τότε σημαίνει απλώς την «ερωτική» σχέση δύο προσώπων, οπωσδήποτε και σεξουαλική, αλλά όχι μόνο. Η εξειδίκευση και ο τυχόν ηθικός χρωματισμός που προσδίδει ο ομιλών διακρίνεται στα συμφραζόμενα (συν/μο: τραβιέμαι).

i. - ... την περιπτερού έμαθα ότι τότε την πηδούσε ένας σερβιτόρος απ’ το μπαράκι απέναντι, αλλά μετά τους έπιασε στα πράσα η γκόμενά του και το διαλύσανε. Τώρα γαμιέται μ’ ένα μυστήριο τυπάκι με ένα μπλε Λαγκούνα και...
- Τι μπλε λαγκούνα και μπλου λαγκούν! Πού νοίκιασες σε ρώτησα, όχι τα σεξουαλικά της γειτονιάς σου!

ii. - Την πρώτη μου δουλειά έτσι την είχα πιάσει, επειδή ο φάδερ μού ’κοψε το χαρτζηλίκι.
- Γιατί;
- Ε, τότε γαμιόμουνα με μία από το φιλοσοφικό και είχα γράψει εξεταστικές και βιβλία στ' αρχίδια μου...

iii. - Για πες, στην πολιτική δικονομία με ποιον να κάτσω για αντιγραφή;
- Ή με τον Μπονάντζα, ή με την Μαίρη, και οι δυο δυνατοί είναι.
- Ποια Μαίρη, την ψηλή;
- Όχι την ψηλή, την άλλη, αυτήν που γαμιέται με τον Γιώργο τον πασπίτη.
- Α, οκ.

4. Είμαι άντρας ομοφυλόφιλος, είμαι πούστης, κυρίως ως επισήμανση μεταξύ τρίτων για τον σεξουαλικό μου προσανατολισμό.

- Αυτόν τον Χαρίλαο πώς τον κόβεις, γαμιέται;
- Το σηκώνει το σακάκι, χαλαρά.

5. Ξηγιέμαι σκάρτα. Αθετώ υπόσχεση. Δεν ανταποκρίνομαι σε δικαιολογημένες προσδοκίες. Εμφανίζω καταστροφικά προβλήματα (ιδίως για άψυχα).

i. - Λοιπόν, εγώ από βδομάδα θα λείπω, να ξέρεις...
- Τώρα γιατί γαμιέσαι; Πήρα εγώ ποτέ άδεια σε τέλος εξαμήνου; Όλες τις εγγραφές εγώ θα τις κάνω δηλαδή;

ii. - Να σου πω, δεν την κάνεις την μετακόμιση το άλλο σουκού γιατί μου βγήκε μια δουλίτσα;
- Μη γαμιέσαι, αφού μου τα μιλήσαμε. Ή μιλάμε ή κλάνουμε. Έχω ήδη κανονίσει με το φορτηγό, τι θα τους πω τώρα;

iii. - Το βράδυ πάμε για κάνα ποτάκι;
- Άρχισες τα δικά σου ρε υποσχεσάκια; Αφού πάλι θα γαμηθείς και θα την κάνεις με ελαφρά πάνω στο καλύτερο...

iv. - Να φέρω ταινιούλα να δούμε σπίτι σου;
- Άσε καλύτερα γιατί το πισί μου γαμιέται συνέχεια, μια το ντιβιντί, μια η κάρτα γραφικών, σου σπάει τα νεύρα.

6. Ιδίως σε στιγμιαίους χρόνους: ξεκωλώνομαι, παρουσιάζω μεγάλη κωλοφαρδία σε μια κατάσταση, στέκομαι ιδιαίτερα τυχερός.

- Πώς πάει το παιχνίδι;
- Ε πώς να πάει, γαμηθήκανε στα τρίποντα οι άλλοι, νταμπλ-σκορ μας έχουνε...

7. Υβριστικά, χωρίς κυριολεκτική σημασία (όπως όλες οι βρισιές). Η ευρεία διάδοση της χρήσης αξίζει μιας μικρής ανάλυσης:

i. Στην προστακτική, συνήθως ακολουθώντας επιφώνημα. Βλ. άι γαμήσου, άντε και γαμήσου.

- Πού ’ν’ τα δελτία ρε σκουλήκι;
- Άντε γαμήσου ρε λαχαναγορίτη, μπινέ.

ii. Στην οριστική ενεστώτα.

- Για μίλα ρε σκατόφλωρε να δούμε πώς μιλάς!
- Γαμιέσαι ρε μουνί!

iii. Σε δευτερεύουσα τελική πρόταση, εξαρτώμενη από ρήμα κίνησης.

- Εγώ πάντως πιστεύω ότι μπορούμε να τα βρούμε και...
- Να πα’ να γαμηθείς! Δεν έχουμε να βρούμε τίποτα.

iv. Σε παγιωμένες φράσεις: δε γαμιέσαι (λέω ’γω);, δε γαμιέσαι να κάνεις καριέρα;, δε γαμιέσαι ν’ ασπρίσεις;, άντε γαμήσου ρε να βγάλεις όνομα, γαμήσου παραπέρα, ιά και γαμήσου, σάλτα και γαμήσου, σάλτα και γαμήσου και φέρε μου τα ρέστα, τράβα γαμήσου και φέρε μας και τις εισπράξεις, όταν γαμιέσαι κουνιέσαι;.

8. Εξαντλούμαι, εξουθενώνομαι, καταταλαιπωρούμαι από κάτι. Παθαίνω ζημιά. Συντρίβομαι ψυχολογικά.

i. - Γιατί είσαι έτσι ψόφιος;
- Γαμήθηκα όλη μέρα στους δρόμους να βρω φορτιστή γι’ αυτήν μπαχατέλα.

ii. - Γεια χαρά, τι κάν-
- Αυτά τα pivot tables στο excel πώς στον πούτσο γίνονται; Έχω γαμηθεί από το πρωί, έχει πάει έντεκα και αύριο υποτίθεται ότι έχω παρουσίαση. Τα νεύρα μου, τα χάπια μου κι ένα ταξί να φύγω...

iii. - Μού ’βαλε ο εγκληματίας νοθευμένη βενζίνη και γαμήθηκε ο κινητήρας, βγήκε τελείως οφ.

iv. - Φίλος πάρε ένα μπουκαλάκι κι έλα από ’δω...
- Όπα ρε, ηρέμησε. Τι παίχτηκε;
- Εκεί που καθάριζα όμορφα κι ωραία τα ντουλάπια μου, βρήκα ένα άλμπουμ με φωτογραφίες της... Γαμήθηκα...

9. Αφοσιώνομαι σε κάτι με εντατικούς ρυθμούς, τρέχω με κάτι. Φτάνω στην υπερβολή με κάτι.

i. - Τι κάνεις αυτήν την περίοδο;
- Τίποτα φίλε, γαμιέμαι στην δουλειά, έχω μπει στο τριπάκι και γουστάρω αλύπητα.
- Μαζόχα...

ii. - Με τα φωτοβολταϊκά που έλεγες εντάξει;
- Μπα, ακόμα γαμιέμαι με τις προθεσμίες και τα κωλοδικαιολογητικά.

iii. - Πώς περάσατε χθες;
- Άστα, κωλοτρυπίδι έγινα, πάλι γαμηθήκαμε στα σφηνάκια με τους άλλους τους κοπρίτες...

10. Σε φράσεις (μη υβριστικές):

i. Λεξικογραφημένες στο slang.gr: Δε γαμιέται / να πα να γαμηθεί / δεν πα να γαμηθεί, γαμιέται ο Δίας, δε γαμείς που δε γαμείς, δε γαμιέσαι να γαμήσουμε κι εμείς;, εκεί που γαμιούνται οι αράχνες, υπόθεση γαμιόμαστε, οικογένεια γαμιόμαστε, χανόμαστε - γαμιόμαστε ένα και το αυτό, τώρα γαμιέσαι χαίρεσαι, στην γέννα θα τα πούμε / γαμιέσαι κόρη χαίρεσαι, μα θα 'ρθει η γέννα και θα δεις, μάθαν ότι γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι / κι οι Βλάχοι ή έμαθαν που γαμιόμαστε μας ήρθαν κι απ’ τη Σάμο / κι απ’ τη Χίο.

ii. άι γαμήσου!: Έκφραση κατάπληξης μπροστά σε κάτι που μας αφηγούνται (συν/μο: άι στο διάλο!). Ενίοτε και ειρωνικά.

a. - Τά ’μαθες για τον τμηματάρχη; Τον παίρνει!
- Ά(ει) γαμήσου!
- Εγώ όχι, αυτός στάνταρ.

b. - Εσύ τό ’ξερες ότι ο Σούπερμαν είναι ο Κλαρκ Κεντ;
- Άι γαμήσου! Σοβαρά;

Τέλος, βλ. και: τραβογαμιέμαι, γαμημένος, κακογαμημένη, στραβογαμημένη, ναι το γαμημένο, γαμιοντουστάντενε.

11. Στον πληθυντικό και σε στιγμιαίους χρόνους: μετέχω σε συμπλοκή, φραστική ή με χειροδικίες, από την οποία κανείς από τους συμμετέχοντες δεν βγαίνει αλώβητος. Εκδηλώνω οργή με αφορμή μια διαφορά μου με άλλον και σκοπό την εκτόνωσή μου, τον εκφοβισμό του άλλου και την οριοθέτηση των θέσεων που δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω. Συνήθως σαν απειλή και μάλιστα ακολουθούμενο συχνά από τον τοπικό προσδιορισμό «εδώ μέσα».

i. Από εδώ:
- Βγάλε τη μούρη μου από τα αβατάρ Αλέξανδρε μη γαμηθούμε εδώ μέσα!
- Σπόρε το έχω τρία χρόνια τώρα δε θα το αλλάξω επειδή σου τη βάρεσε. Άντε στη μανα σου τώρα.

ii. Από εδώ:
Η υπομονή μας τελείωσε. Να κόψουν το λαιμό τους και να παίξουν μπάλα. Άντε μη γαμηθούμε καμιά ώρα.

Σ.σ: Γαμήθηκα να τον φτιάξω τον ορισμό, μη γαμηθείτε. :-D

Θεόδωρος Πάγκαλος, "Δε γαμιέσαι πρωί-πρωί". (από patsis, 15/07/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η χρονική περίοδος στην ζωή ενός ανθρώπου με ιδιαίτερη, χαρακτηριστική φαινομενολογία στον τρόπο έκφρασης και τις επιλογές του.

Καθώς ο όρος περικλείει την έννοια της αναπόφευκτης παροδικότητας (αφού η περίοδος, εξ ορισμού, κάποτε θα ολοκληρωθεί), λέγεται κυρίως από τους τρίτους, τους αντικειμενικούς παρατηρητές. Ο ίδιος ο άνθρωπος που τη βιώνει, δύσκολα θα αρθεί στο αυτογνωστικό ύψος που απαιτείται για να παραδεχθεί ότι περνά μια φάση. Αντιθέτως, μπορεί να έχει την βέβαιη πεποίθηση ότι πρόκειται για μια ριζική και μόνιμη αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβάνεται πλέον τον κόσμο και προτίθεται να τον διαχειριστεί. Μόνο αργότερα, όταν θα έχει βγει από αυτήν, θα μπορέσει να της δώσει την αναλυόμενη ή οποιαδήποτε άλλη ετικέτα.

Από την προαναφερθείσα έννοια της φάσης αλλά και του μοντ, η μπλε περίοδος διαφέρει πρώτιστα στην χρονική διάρκεια, η οποία εδώ είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερη. Εκτός αυτού, όμως, αφορά εκτροπές της ψυχολογίας, της κοσμοθεώρησης και, τελικά, της συμπεριφοράς μας που επισυμβαίνουν ύστερα από την βίαιη παρέμβαση συνταρακτικών και επίπονων γεγονότων: ενός χωρισμού, μιας επαγγελματικής κλπ απογοήτευσης, ενός θανάτου δικού μας ανθρώπου.

Η έκφραση, βέβαια, στην καθημερινή χρήση της, φέρει πάντα ένα χαμόγελο, έστω ειρωνικό, έστω αμφίσημο: αισιόδοξο ή απαισιόδοξο.

Προέρχεται, προφανέστατα, από την μπλε περίοδο του Πάμπλο Πικάσσο: Ευρέως αναγνωρίσιμη, εύκολα διακριτή από άλλα έργα του ιδίου, με αρχή και τέλος και την δική της αύρα, οπωσδήποτε ψυχρή, ενίοτε ζοφερή και απέλπιδα (για αρχή βλ. εδώ).

Πρόκειται για έκφραση της λεγόμενης ποπ κουλτούρας. Σίγουρα της λείπει η βρωμιά και η ανατρεπτικότητα ενώ, ταυτόχρονα, απαιτεί την προΰπαρξη, στον χρήστη και στον αποδέκτη, ελάχιστων εγκυκλοπαιδικών ερεθισμάτων περί της σύγχρονης τέχνης, ώστε να γίνει κατανοητή. Όταν όμως αυτό συμβεί, περνά το νόημά της αρκετά αποτελεσματικά.

Αατα.

  1. - Μ’ έχει σκίσει κολλητέ, από τη στιγμή που βρήκε εκείνο το σουτιέν στο αμάξι, με χορεύει στο ταψί. Τέλειωσε, το πάνω χέρι το ‘χασα οριστικά. Απορώ γιατί δεν με χωρίζει στην τελική.
    - Για να σε δει να υποφέρεις ρε φίλε. Και για να προλάβει να σε κερατώσει κι αυτή.
    - Χθες ξαφνικά, εκεί που έκοβε ψωμί, σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει τη λάμα του μαχαιριού. Τα χρειάστηκα.
    - Τι της είπες;
    - Τίποτα. Αυτή μου είπε: «Η σχέση μας, μωρό, έχει μπει στην μπλε περίοδό της».
    - Και; Καλό είναι αυτό;
    - Πάλι καλά φίλε. Πάλι καλά που δεν έπιασε Βαν Γκογκ, εκεί κοβόντουσαν και αυτιά…

  2. - Πού είσαι ρε καρντασάκι! Τι κάνεις γαμώ το φελέκι μου, χρόνια και ζαμάνια!
    - Αρραβωνιάστηκα φίλε, γάμος τον Δεκέμβριο, κανόνισε!
    - Εσύ ρε; Που μού 'λεγες «όλες πουτάνες είναι» και τέτοια;
    - Νταξ μωρέ, ήταν η μπλε περίοδός μου τότε, είχα φάει την πίκρα από τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου, σκατά στα μούτρα μου…

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μεταφορικά, οι σάλτσες είναι όλα αυτά τα γευστικά αλλά μη απαραίτητα στοιχεία με τα οποία εμπλουτίζουμε τον λόγο μας για να τον κάνουμε πιο ελκυστικό. Συνήθως βάζουμε σάλτσες όταν αφηγούμαστε μια ιστορία, όταν περιγράφουμε ένα κατόρθωμά μας ή όταν λέμε ένα ανέκδοτο.

Βασικό συστατικό της σάλτσας στις περισσότερες περιπτώσεις είναι οι υπερβολές προς την κατεύθυνση που μας βολεύει. Οπωσδήποτε, όμως συναντώνται και οι άσχετες λογοτεχνίζουσες αναφορές και περικοκλάδες του λόγου μας. Ο όρος χρησιμοποιείται όταν υπάρχει έστω και μια μπουκιά πραγματικό φαγητό πάνω στο πιάτο, δηλαδή ένα γεγονός ή μια άποψη, διαφορετικά έχουμε περάσει στην παπαρολογία.

Χρησιμοποιείται κυρίως στον πληθυντικό, στην έκφραση βάζω σάλτσες, αν και ο γράφων έχει ακούσει να χρησιμοποιείται και ο ενικός. Πρβλ. και άσε τις σάλτσες και έλα στο ψητό και άσε τα φιλοσοφικά.

Πρόκειται για πολύ παλιά χρήση της λέξης «σάλτσα» που, περιέργως, δεν βρέθηκε καταγεγραμμένη στον Τριανταφυλλίδη (βλ. εδώ, όπου και η κυριολεκτική σημασία και ετυμολογία). Όχι, δεν έχω άλλα λεξικά να το κοιτάξω γιατί είμαι ένας φτωχός πλην τίμιος σλανγκιστής...

  1. - Λέγε ρε, από γκόμενα ζειπέ ποτατί;
    - Ναι φίλε! Τραβιέμαι με μία από τη σχολή τώρα. Χθες ήρθε πρώτη φορά από το σπίτι.
    - Και;
    - Είχαμε βγει για ένα ποτάκι παραλία, μετά κλαμπάκι, χορέψαμε λίγο, εντωμεταξύ έχει μια κορμάρα κόλαση. Μας χάζευαν όλοι σά πεινασμένοι. Φορούσε ένα μπλουτζίν κολλητό, κάτι πόδια, τι να σου λέω, από τον κώλο μέχρι το πάτωμα πόδια. Είχε και κάτι στρασάκια πίσω, ακόμα μπροστά στα μάτια μου τά 'χω. Μού 'κανε κάτι κουνήματα, κάτι ματιές, μιλάμε τρελή για μένα με καραγουστάρει η κοπέλα.
    - Και;
    - Ε, την έβαλα σ' ένα ταξί, αυτή όλο μού 'λεγε πρέπει να πάω σπίτι και θ' ανησυχεί η συγκάτοικος και τέτοια, αλλά άλλο που δεν ήθελε. Εγώ είχα μάθει γι' αυτήν ότι κάνει την δύσκολη στην αρχή, μου τά 'χε πει ο Μπάμπης απ' το Παιδαγωγικό που την πηδούσε ένα φεγγάρι αλλά τα χαλάσανε γιατί...
    - Ρε μαλάκα άσ' τις σάλτσες, γάμησες ή όχι;
    - Ε ναι ρε φίλε, γάμησα!
    - Α να γεια σου πια! Ο προστάτης μου θά 'σκαγε!

  2. - Ωχ! Τι έγινε στο στενό, τι φασαρία είναι αυτή;
    - Κάποιον μαζεύει το περιπολικό. Στάσου, έρχεται ο Ντάνης. Ρε Ντάνη, πήρε το μάτι σου τίποτα, τι παίχτηκε;
    - Γκάιζ, πήγα στον Νοστιμούλη να χτυπήσω ένα σαντουϊτσάκι...
    - Ναι;
    - ...και δεν είχε κοτόπουλο και του είπα βάλε ένα μπιφτέκι...
    - Ν-ναι;
    - ...ήτανε κι ο Τζόνις εκεί, από το ΤΕΛ...
    - Ντάνη, άσε τις σάλτσες, με τον τσαμπουκά τι έγινε;
    - Δεν ξέρω, δεν πήρα πρέφα τη φάση. [Σ.σ.: Ο Ντάνης αποδείχτηκε παπαρολόγος και όχι σαλτσολόγος.]

  3. - Γιάννη τελικά πώς ήτανε η μονάδα σου στην Ξάνθη;
    - Ψιλογαμησάκι ρε συ... Αγγαρείες, σκοπιές, αγήματα, εμπλοκή δεκαπέντε-μία...
    - Τι πίπες μας λες ρε; Ο Μπιλάκος που ήτανε μαζί σου μας είπε ότι σας πήγαινε δύο-μία!
    - Νταξναούμ, έβαλα και λίγη σάλτσα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ρητορική ερώτηση, σαρκαστική και πιεστική ταυτόχρονα, σε φίλο που τον παρακαλάμε να βγει μαζί μας αλλά αυτός μας προβάλλει την ανεξήγητη επιθυμία του «να μείνει σπίτι».

Προέρχεται από το εξής: υπάρχει μια παράδοση (που πιθανώς βασίζεται σε ιατρική αναγκαιότητα για την προστασία των ιδίων) το νεογέννητο και η λεχώνα να μην βγαίνουν από το σπίτι παρά μόνο σαράντα μέρες μετά την γέννησή, όταν δηλαδή «σαραντίσουν». Τότε το βρέφος για πρώτη φορά επισκέπτεται την εκκλησία (μόνο ως τον πρόναο, ως μη βαφτισμένο) όπου ο ιερέας του διαβάζει μία ευχή. Η μητέρα επίσης πηγαίνει για πρώτη φορά μετά από σαράντα (και παραπάνω λογικά) ημέρες στην εκκλησία και, αν φυσικά επιθυμεί, κοινωνεί. Ύστερα από αυτά, παιδί και μητέρα μπορούν να βγουν έξω και το μωρό να δει τον κόσμο, επισκεπτόμενο και θαυμαζόμενο από συγγενείς και φίλους.

Με την έκφραση, δηλαδή, ειρωνευόμαστε τον αυτοεγκλεισμό κάποιου στο σπίτι που μοιάζει με αυτόν του προστατευόμενου ευάλωτου βρέφους ή της λεχώνας.

- Έλα ρε μαλάκα, ξεκόλλα απ' τη ζωή σου! Πάμε για ποτάκι!
- Δεν βγαίνω σου λέω σήμερα, μη μου ζαλίζεις τ' αρχίδια!
- Έλα ρε, σε παρτάκι θα σε πάω, η μισή παρέα της εορτάζουσας να έρθει, μια μουνοθύελλα από μόνες τους είναι!
- Ξεφορτώσου με ρε! Δε βγαίνω απ' το σπίτι μου σου λέω!
- Γιατί; Ασαράντιστος είσαι;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σάιμπερπανκ επεξήγηση για την εντυπωσιακή ετοιμότητα της μνήμης μας.

Οι καλοί χρόνοι απόκρισης έχουν να κάνουν με αναμνήσεις για γεγονότα ή και περιγραφές που στους συνομιλητές μας φαίνονται χαμένα στις ομίχλες του χρόνου. Κι αυτό είτε επειδή συνέβησαν παλιά στο Τέξας, είτε διότι ξεφουρνίζουμε απίστευτες λεπτομέρειες την στιγμή που ο φουκαράς απέναντί μας δεν θυμάται καλά-καλά τι κρατάει στα χέρια του χωρίς να το δει.

Ετυμολογείται (προφ) από τις συντομεύσεις στην επιφάνεια εργασίας (desktop) του υπολογιστή, που σε γλιτώνουν από την εξοντωτική αναζήτηση ενός αρχείου ή ενός προγράμματος στα κατάβαθα των σκληρών σου δίσκων.

- Καλά, εγώ πως θυμάμαι ότι την γνώρισα στην Πάρο;
- Όχι φίλε, λάθος, στην Πάρο πήγαμε την επόμενη χρονιά. Που πήγαμε ζευγάρια, εγώ με την μεξικάνα εσύ με κείνη την καστοριανή με το μουνί το τρικάπακο που μού 'λεγες...
- Εεε... Και τέσπα πού την γνώρισα;
- Στο Ποσείδι που κάναμε κάμπινγκ. Ήταν την χρονιά με το μουντομπάσκετ στην Αθήνα, που είχαμε και τις πυρκαγιές; Καλά δεν θυμάσαι; Που βλέπαμε τον αγώνα και στο γήπεδο έπεφτε συνέχεια το ρεύμα;
- Ννναι...
- Ε, εκεί. Ήρθε και σου ζήτησε φωτιά κι εσύ της είπες μια μαλακία για τα δάση και τη ΔΕΗ.
- Μάλιστα... Δεν μου λες, όλα αυτά τα θυμάσαι ή τα βγάζεις από το μυαλό σου;
- Εγώ ρε; Εγώ αν είναι για διακοπές και γκόμενες τα έχω όλα αυτά στο ντέσκτοπ με συντόμευση...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έκφραση επιτατική της σημασίας της σεξουαλικής ορμής ή της οργής αυτού που μιλάει, κάτι σαν μονάδα μέτρησης του τιμωρητικού ή του επιμορφωτικού σεξ που αρμόζει στην περίσταση, λέμε τώρα. Ότι και καλά παίρνεις ανάποδες και σού 'ρχεται να γαμήσεις κάποιον για να τον τιμωρήσεις ή «για να μάθει», π.χ., για γκόμενα, να στρώσει και να μην κυκλοφορεί τόσο γκάβλα έξω και σε κολάζει ή, για άντρα, να συμπεριφέρεται καλύτερα γιατί γάμησες εσύ τέτοια τσογλάνια και θα του κόψεις τ' αρχίδια και θα του τα δώσεις να τα φάει. Σκληρός.

Γίνεται ευδιάκριτη, κύριε Πρόεδρε, Σεβασμιώτατε, σύντροφε Κομισάριε και αχαρτογράφητοι φίλοι μας, η φαλλοκρατική εσάνς του λήμματος, διότι, άλλωστε, η φαλλοκρατία είναι ο νέος ρατσισμός στο μέτρο και το βαθμό που το ροζ είναι το νέο μπλε. Δώσε πόνο.

Με επήρεια από το «ένα χέρι ξύλο» ή δανεισμένο από το λεξιλόγιο της μαστοράντζας, συνήθως το ρίχνουμε ή το περνάμε, όπως περνάμε ένα-δυο χέρια μπογιά.

Δεν το έχω ακούσει να λέγεται «μπούτσο», αλλά «πούτσο», ακόμα και στη Βόρεια Ελλάδα, ακόμα και στην περίπτωση που τονίζεται το αρχικό σύμφωνο.

Η τυχόν κυριολεκτική εφαρμογή του χεριού θέλει προσοχή διότι τα εργατικά ατυχήματα καραδοκούν.

  1. Από εδώ:

Κάθε μπαλκόνι και μια αποσύνθεση του γούστου της οικοδέσποινας.Η ταμπέλα στην είσοδο της πολυκατοικίας λείπει «Ο Ρ Ε Ν» να αναβοσβήνει παρακαλώ, να έρθει ο νταλικέρης, ο μετανάστης, ο εργάτης να την περάσουν ένα χέρι πούτσο.

  1. Από εδώ:

ena xeri ... poutso tha exoun faei apo ton efraim gia na pigenoun kai na zhtokravgazoun ekei

  1. Από εδώ:

ama se paroume oloi 8a psifisoume alla tora pou se perasane oi arapides 2 xeria poutso asto kalitera

  1. Από εδώ:

Φαίνεται οτι δεν φάγατε το βρωμόξυλό σας τις προάλλες στην Ομόνοια και είστε καβλωμένες για κάνα χέρι ξύλο και δέκα χέρια πούτσο...χαχαχαχα

  1. Από εδώ:

an me ksipnouse emena etsi tha tin travousa k ena xeri poutso !!kommataraa

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Πρέπει να πιστέψουμε σε έναν κόσμο έξω από την δική μας αντίληψη. Πρέπει να πιστέψουμε ότι οι ανθρώπινες πράξεις διατηρούν το νόημά τους, ακόμα κι όταν δεν τις θυμόμαστε. Πρέπει να πιστέψουμε ότι ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και όταν κλείνουμε τα μάτια.
.....................................................................................................................................

Όλα αυτά που υπάρχουν γύρω μας, η οθόνη του υπολογιστή, οι τοίχοι, οι δρόμοι, η γόπα που καίει ακόμα στην άσφαλτο, το κόκκινο μηχανάκι που σταμάτησε και άφησε τη συνοδηγό με αντάλλαγμα ένα φιλί, τα δέντρα που άνθισαν, όλα αυτά, με τις λεπτομέρειές τους, τα χρώματά τους, τους ήχους τους, τις διαπλοκές τους και μέσα σ’ αυτά κι εμείς, με τις χίλιες σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας, όλον μας τον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή μέσα στον κόσμο που αλλάζει κάθε στιγμή, όλα αυτά θα πεθάνουν μόλις σκοτεινιάσει η μέρα ή μόλις σκοτεινιάσει η μνήμη μας γιατί θα χαθούν και θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Κι εμείς μαζί μ’ αυτά, δεν γλιτώνουμε, εμείς, ο Γιώργος, ο Μανώλης, η Όλγα της 11ης Απριλίου και της οκτώ, οκτώ και κάτι το σούρουπο, κι ένας νέος εαυτός μας θα πάρει τη θέση μας σε μία ώρα, σε δυο λεπτά, τώρα και τώρα και τώρα ξανά. Και ποιος ξέρει αν όλοι αυτοί οι διαδοχικοί εαυτοί μας που στέκονται μπροστά στην οθόνη και γράφουν και διαβάζουν ο καθένας με τη σειρά του στον υπολογιστή, ποιος ξέρει αν όλοι αυτοί είναι το ίδιο πρόσωπο ή αυτό το ένα πρόσωπο δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ.

Το σκοτάδι είναι ο πρωταρχικός μας φόβος: ο φόβος της ακατανόητης και αδυσώπητης απώλειας. Και η νύχτα, για το απαράλλαχτο πανάρχαιο κομμάτι της φύσης μας, είναι η κυριαρχία του σκότους.

Όσο όμως η απειλή της νύχτας πέφτει στις πόλεις και τους δρόμους μας, εμείς γραπωνόμαστε από τη ζωή με πείσμα. Κι εκεί βρίσκουμε και τους άλλους ανθρώπους. Και γελώντας θυμωμένα, πυρετικά ή γαλήνια στα μούτρα μιας νύχτας που μπορεί να μην ξημερώσει ποτέ, συναντιόμαστε γύρω από τραπέζια, πάνω από ποτηράκια κρασί, μέσα σε πλήθη ή σε μικρές παρέες, γνωριζόμαστε, ερωτευόμαστε, πονάμε και γιατρευόμαστε.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή, και το σκοτάδι παίρνει από εμάς ομήρους, μας κλέβει μνήμες-κομμάτια του εαυτού μας και τα σκορπίζει στη λήθη. Εμείς της συντρίβουμε την κεφαλή και αυτή μας δαγκώνει την φτέρνα. Και τότε, όλα αυτά που ζήσαμε και χάσαμε τα παίρνει η νύχτα.

Υ.Γ. Κι όχι αυταπάτες προπαντός: Ακόμα και όταν διασώσουμε τις αναμνήσεις μας, δεν είναι καθόλου σίγουρο αν οι αναμνήσεις αυτές είναι κάτι που έχουμε ή κάτι που έχουμε πια χάσει. Η νύχτα κερδίζει διαφορετικά: κρατά την πραγματικότητα και μας αφήνει την αόριστη γοητεία της στη μνήμη μας.

Και σ' αυτήν την περίπτωση, το πήρε η νύχτα.
.....................................................................................................................................

© εν μέρει, σε ορισμό και παράδειγμα:

Christopher Nolan, Memento
Γιώργος Σεφέρης, Η Στέρνα
Αγία Γραφή, Γένεσις
Μανώλης Αναγνωστάκης, Επίλογος
Χρήστος Θηβαίος, Καλή σου νύχτα
Κ.Π. Καβάφης, Καισαρίων
Τάκης Σιμώτας, Νίκος Παπάζογλου, Κανείς εδώ δεν τραγουδά
Σωκράτης Μάλαμας, Τίποτα δε χάθηκε

- Τι κάνεις εκεί ρε με το κρασί;
- Ξέρεις πως μ' αρέσει αυτό το τραγούδι... «Θυμήθηκα που πίναμε σε τούτο το τραπέζι...» Τι λες να γίνονται όλες οι στιγμές που περνάν και χάνονται; Ζούνε μέσα μας; Πεθαίνουν; Σβήνουν για πάντα; Βγάζω νόημα ή γυαλίζει το μάτι μου;
- Και τα δύο... Ποιες στιγμές;
- Τόσο είχε ο μήνας και τότε, αλλά ξημέρωνε Σάββατο, όχι Κυριακή. Της μιλούσα, μου μιλούσε, ακούγαμε την μπάντα των παιδιών από την Τούμπα, τα θυμάσαι τα παιδιά; Μετά πιο κοντά, μετά το φιλί. Κι ύστερα πέρασαν χρόνια, Σαλονίκες, Αθήνες, τηλέφωνα, σαββατοκύριακα, εκδρομές. Και μετά χώρια. Άλλα τόσα χρόνια. Κι από όλα αυτά, στο τέλος βρέθηκα με μισό κουτί αντικείμενα που δεν μου μιλάνε, δε λένε τίποτα. Γι' αυτό σε ρωτάω, που πήγαν οι στιγμές που ζήσαμε;
- Τις πήρε η νύχτα, αδερφέ, τις πήρε η νύχτα...
- ...
- Δεν μου είπες, τι έκανες με το κρασί;
- Όποτε παίζει αυτό το τραγούδι και βρεθώ να τα πίνω πάνω σε χωματένιο πάτωμα, ρίχνω ζούλα λίγο κρασί καταγής.
- Αυτό δεν το κάνουν για τους νεκρούς; Η δικιά σου δεν πέθανε πια. Μην το παρατραβάς!
- Ναι, έχεις δίκιο... Άκου τι έβαλε: «Τίποτα δε χάθηκε ποτέ από κανέναν»...

(από Mr. Cadmus, 11/02/12)"Eternal Sunshine of the Spotless Mind" (2004). (από patsis, 15/12/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κοριτσίστικη σλανγκιά για τον δονητή, *το πλαστικό σας φιλαράκι που έχει πλάκα να είστε μαζί του**. Προφ είναι ένα είδος ιδανικού γαμπρού ή κάτι τέτοιο, σε κανονίζει όποτε θέλεις, αν θέλεις, δεν κάνει το σπίτι άνω-κάτω, δεν παραμελεί τα αισθήματά σου και μπλα, μπλα, μπλα... Δανείζεται ενίοτε σε φίλες, χωρίς τύψεις, και το μόνο που χρειάζεται είναι μπαταρίες, άντε, το πολύ, σετ μπαταρίες-φορτιστή αν είσαι απαιτητική.

Douglas Adams, *The Hitchhiker's Guide to the Galaxy

- Πόσο καιρό;
- Ένα χρόνο. Τι με κοιτάς;
- Φιλενάδα θα πάθεις τίποτα, θα κάνεις κακό σε κανένα. Γι' αυτό έχεις συνέχεια άμμο στο μουνί σου.
- Ε, και τι να κάνω, ν' αρχίσω τα one night stands; Δεν έτυχε, ο λευκός πρίγκηπας λείπει από τη χώρα, χέσ' το...
- Να σου πω, πάνε στην κρεββατοκάμαρα, μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου έχω τον γαμπρό. Κάνει δουλειά, να μην κουράζεις και τα δαχτυλάκια σου, πιανίστρια πράμα...

(από ο αυτοκτονημενος, 05/05/09)

Δες και ψεύτης.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τεχνική που χρησιμοποιούμε για να καθαρίσουμε (να σφουγγαρίσουμε κ.λπ.) έναν χώρο, ρίχνοντας με ορμή πολύ νερό και ελπίζοντας ότι έτσι θα παρασυρθούν όλα και ο τόπος θα λάμψει με την μικρότερη δυνατή προσπάθεια.

Προϋποθέσεις βέβαια είναι τα νερά να καταλήγουν κάπου για να στραγγίζουν και να μην τρομπάρουμε τόσο πολύ, ώστε να εφαρμόσουμε το σύστημα πάνω σε ευαίσθητα πατώματα, ανάμεσα στα έπιπλα κ.λπ.

Εκτός και αν, βέβαια, βρισκόμαστε στις τάξεις του ένδοξου Ε.Σ., από όπου και μάλλον ξεκίνησε η έκφραση, και το πήξιμο πάει σύννεφο, οπότε ζμπούτσαμας κι αν φουσκώσουν καρεκλοπόδαρα και λοιπά δημόσια είδη.

Μεταφορικά, η έκφραση χρησιμοποιείται για τον τρόπο διαχείρισης μιας κατάστασης που δηλώνει μαζικές και αποφασιστικές κινήσεις, φουλ επίθεση σε όλα τα μέτωπα, αντί για ήπια προσαρμογή (σ.ς.: μπρρρ...) και διπλωματία.

  1. - Καλά ρε σειρά, ο υπόδικας είναι μαλάκας ή γιωτάς ; Δεν καταλαβαίνει ότι δεν την παλεύουμε κάστανο έτσι πίπα κώλο εμπλοκή που μας πάει; Τι του καύλωσε τώρα να καθαρίσουμε τις αποθήκες;
    - Θα έρθει ο τάξμαν και φιλάει παντόφλα ο μαλάκας. Μην τρελαίνεσαι φίλε, θα εφαρμόσουμε το σύστημα-πλημμύρα και τέλος, σιγά μην ασχοληθούμε παραπάνω.

  2. Ανέλαβε η γυναίκα καθήκοντα και βρήκε ένα υπουργείο μπουρδέλο. Οι υπάλληλοι είχανε καλομάθει και την γράφανε κανονικά, οι προμηθευτές είχανε γίνει κώλος και βρακί με τους ελεγκτές, το ταμείο είχε να καταμετρηθεί από του Αγίου Πούτσου ανήμερα... Τα πήρε στο κρανίο και τους εφάρμοσε το σύστημα-πλημμύρα. Τι χέρι τους έβαλε, τι πειθαρχικά, τι μεταθέσεις, τι δελτία τύπου... Μέχρι και εισαγγελέα έφερε για να καθαρίσει το τοπίο. Γκόμενα με αρχίδια, εντελώς.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία