Από την περσική λέξη zengin που μας έχει έλθει από τα τουρκικά σημαίνει τον πλούσιο και βρίσκεται κυρίως στις ποικιλίες της Καππαδοκίας και της Κρήτης. Σήμερα σώζεται περισσότερο ως επώνυμο. (Δες).

Παντρεύτηκε ζεγκίνη.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο παλαιστής, από περσική λέξη που μας ήρθε διά των τουρκικών. (Δες).

Οι Πεχλιβάνηδες σε ένα από τα πρώτα πανηγύρια που επέστρεψαν φέτος Πήγαμε στη Νιγρίτα Σερρών, δύο χρόνια μετά την πανδημία και ο Δημήτρης Τασκούδης φωτογραφίζει το έθιμο της πάλης. (Δες).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο άσχημος. Περσική λέξη (çirkin) που μας ήρθε μέσα από τα τουρκικά. Πλέον σώζεται κυρίως στα επώνυμα Τσιρκίνης και Τσιρκινίδης. (Δες).

Παντρεύτηκε τσιρκίνη.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Το δίκαννο όπλο. Από τα περσικά μέσω τουρκικών, όπου çift είναι το ζευγάρι, βλ. τσιφλίκι, αρχικά τσιφτιλίκι = το ζευγάρι τα βόδια. (Δες).

Καλεύ' ένα άλογο, παίρ' κι ένα τσ̑ιφτέ, κόφτ' δεσποτιού το στράτα. (Από την Καππαδοκία).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Περσική λέξη που μας έρχεται από τα περσικά. Τσιφ-τέκ σημαίνει ζυγά μονά, και είναι κουμαρτζίδικο παιχνίδι που έπαιζαν τα αγόρια με μπίλιες. (Δες).

Τα παιδιά παίζανε τσιφτέκ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Περσική λέξη που μας έρχεται από τα τουρκικά (çene) και σημαίνει τη σιαγόνα, αλλά και αυτόν που μιλάει πολύ.

Έχει μεγάλο τσενέ. (Δες).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Περσική λέξη που μας έρχεται από τα τουρκικά (canavar). (Δες). Σημαίνει το θηρίο και εντέλει το παλικάρι. Το βρίσκουμε στην ποικιλία του Πόντου και της Κρήτης.

Όντε είμουνε Τζαβαναράκι εγρήκουνε τσοι Γερόντους να λένε τον Χαιρετισμό , απού το Μεγάλο Κολατσιό ως τα Λιοβουτήματα ,Πολλά τα Έτη. (Φέισμπουκ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Τουρκογενής λέξη για τη λεβεντιά και παλικαριά.

Όλος ασικλίκι κουνάει το σαρίκι ο μαχαραγιάς. (Σταύρος Τζουανάκος, Ρένα Στάμου, Ο μαχαραγιάς, 1952).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η ιδιότητα του άνδρα, η αρρενωπότητα, η επιτέλεση του ανδρισμού.

Μύριες χαμένες μοναξιές με σένα σμίγανε φεύγαν καράβια μα πριν φύγουν σου σφυρίζανε πόσα παιδιά ήρθαν να βρουν το αντριλίκι τους και σου ακουμπήσανε δειλά το χαρτζιλίκι τους. (Φίλιππος Γράψας, Μάριος Τόκκας, Δημήτρης Μητροπάνος, Τα Λαδάδικα, 1994).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο αλκοολισμός και γενικότερα ο εθισμός, η μανία.

Εγώ 'μαι το αλκοολίκι σου, εγώ 'μαι ο γιατρός σου, εγώ 'μαι η καταδίκη σου, εγώ κι ο θάνατός σου. (Βασίλης Καραπατάκης, Χρήστος Κολοκοτρώνης, Το αλκοολίκι, Άννα Χρυσάφη).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία