Στα καλιαρντά είναι το νεαρό τεκνό, ο νεαρός κίναιδος, καθώς μοντερνίζω σημαίνει είμαι γκέι. Η λογική είναι ότι οι εξελιγμένοι μοδέρνοι άνθρωποι, που την έχουν περάσει τη νεωτερικότητα, είναι και καλούα γκέι γιατί αυτό είναι ας πούμε πιο προχώ από το να είσαι ετεροφυλόφιλος, ή, έστω έχουν κάνει άουτινγκ και δεν είναι ντουλαπάτοι, όπως σε παραδοσιακές κενωνίες. Εφόσον έχει χαθεί αυτή η σημασία που δίνει ο Ηλίας Πετρόπουλος (Τα Καλιαρντά, 1971), τότε μπορεί και να σημαίνει ένα νεαρό τεκνό που νεωτερίζει (το τίγκαρα στους πλεονασμούς), που ακολουθεί τις τελευταίες επιταγές της μοδός, που έχει το βλέμμα στραμμένο στην Εσπερία για να αφουγκράζεται τις τελευταίες τάσεις και προχωρημενιές κ.ο.κ.

Είπα να μην πιάσω το μοντερνότεκνο και να το σφαλιαρώσω κατά τα προσήκοντα. (Από το Μπουντουσουμού).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα εισαγωγικά. Ιδίως τα εισαγωγικά που έχουν "αυτή" την μορφή, με λίγη φαντασία περιβάλλουν τη λέξη όπως τα αυτιά ένα κεφάλι. Λέμε τότε ότι βάζω μια λέξη σε αυτάκια. Έχει και όλες τις συνδηλώσεις του κουότ, δηλαδή ας πούμε μεταξύ άλλων ότι δεν εννοώ κάτι, αλλά το λέω χάριν ευγένειας, ή ξύλινης γλώσσας, ή ειρωνεύομαι ή αν το πάμε σε ένα πιο μεταμοντερνιάρικο επίπεδο ότι όλες οι κυριολεξίες είναι απολιθωμένες μεταφορές, άρα κάθε λέξη δέον να τίθεται σε αυτάκια γιατί δεν κυριολεκτεί. Ως γνωστόν είναι αμερικλάνικη μεταμοντερνιάρικη συνήθεια να βάζουμε κάθε τόσο λέξεις σε αυτάκια και στον γραπτό λόγο και στον προφορικό για να δείξουμε ότι κάτι το λέμε συμβατικά, ενώ οι πιο ψαγμένοι από εμάς καταλαβαίνουμε ότι δεν κυριολεκτούμε και τα ρέστα πακοτίνια.

  1. To "νομιμοποιεί" το είχα σε "αυτάκια". (Εδώ).
  2. Μέχρι πότε θα υποφέρουμε το καταπληκτικό χιούμορ σου; Σε αυτάκια το καταπληκτικό. (Από το Μπου).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το σουμπλιμέ εκ του γαλλικού sublimé (μτχ. του ρήματος sublimer =εξατμίζω εκ του λατινικού sublimo =σηκώνω, αίρω, μετεωρίζω, αιθεροποιώ) είναι στη χημεία "ο διχλωριούχος υδράργυρος που παρασκευάζεται με κατεργασία του οξίδιου του υδράργυρου με υδροχλωρικό οξύ. Είναι πολύ δηλητηριώδης λευκή ουσία και χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό" (δες).

Αλλά όχι! τώρα πια πιστεύω, πως δε βγαίνει τίποτα. Το δοκίμασα κι αυτό και ησύχασα· τώρα ξέρω στα σίγουρα, πως η αυτοκτονία είναι η μοναδική λύση, γιατί ούτε καταφέρνω ύστερα από τόσες μέρες να ηρεμήσω, ούτε να κοιμηθώ, ούτε καν να περισπάσω την προσοχή μου. Λοιπόν δεν πρέπει και να περιμένω. Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασίας νευρασθενικής, δεν αποκλείεται και να τρελαθώ, μόνο ποιος τρόπος να ’ναι άραγε ο καλύτερος. Λένε η μορφίνη... Το βερονάλ... επειδή φέρνουν ύπνο. Παίρνεις μερικές συνηθισμένες αμπούλες μορφίνης, τις σπάζεις μέσα σ’ ένα ποτήρι, και τις πίνεις. Αυτά τα δυο είναι ιδεώδη· γιατί το σουμπλιμέ ή η στρυχνίνη είναι φρικώδη φάρμακα. Ούτε λόγος να γίνεται γι’ αυτά. Θυμάμαι τη Μερόπη, το καημένο το κορίτσι! αυτή αυτοκτόνησε πολύ νωρίς δεκαοχτώ χρονώ, και τι ωραίο, καθώς το θυμάμαι, το μουτράκι της! Όταν μου ’παν πως δε μπορεί κι έτρεξα... τι φριχτές αναμνήσεις διατηρώ! τι πόνους τράβαγε! συσπαζότανε, στριφογύριζε πάνω στο κρεβάτι και φώναζε: «Σώστε με!», «Σώστε με!» «Σώσε με γιατρέ!» μα ήτανε αργά, είχε πάρει μεγάλη δόση σουμπλιμέ, κι είχε μελανιάσει κι είχε παραμορφωθεί το ψημιδευτό της προσωπάκι. Μια Μερόπη αγνώριστη! Βιάστηκε ν’ αυτοκτονήσει... πολύ βιάστηκε! (Έλλη Αλεξίου, "Κενές Ώρες", στου κυρ-Σαράντ)

Ο Ηλίας Πετρόπουλος το περιέχει στα Καλιαρντά (1971) με την παρατήρηση ότι χρησιμοποιείτο επί τρεις αιώνες και ως τις αρχές του 20ου αιώνα ως αντισυφιλιδικό. Δίνει όμως και ως μια γενική μεταφορική σημασία αυτή της σούπας. Φαίνεται ότι στα καλιαρντά χρησιμοποιείται για να σημάνει διάφορα υγρά και φαρμάκια. Βρίσκω μια χαρακτηριστική καλιαρντοχρήση στο Μπου, όπου αναφέρεται σε αυτοχαρακτηριζόμενο ως φαρμακοψώλη.

Εσείς να δείτε πως θα σας αρέσει, όταν θα σας βουέλω ντουπ την φακιροπίπιζά μου στην πούλη και θα σας σουμπλιμεδάρω με μπουλκουμέ την μόστρα. (Καλιαρντοαπειλές στο Μπου).

Βλ. και το λήμμα κατουράω υδράργυρο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Παλιά μαγκίτικη έκφραση για το προφυλακτικό, την καπότα. Βλ. και φερετζές και κελεμπιοφόρος. Τη βρίσκω στον Ηλία Πετρόπουλο, αλλά δεν μπορώ να τη βρω στον γούγλη, όπως το φερετζές, μάλλον είναι παρωχημένη.

Φόρα την κελεμπία βρε αδερφέ να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο! Και τα δύο κεφάλια.

Λέγεται επίσης σκωπτικά για την περίπτωση που μια γυναίκα φορέσει ένα πολύ χύμα φόρεμα που πέφτει στο εντελώς τελείως χύμα. Ή για φούστες τύπου χριστιανόφουστα μέχρι τον αστράγαλο που δεν αφήνουν τίποτα να διαφανεί. Στην τελευταία περίπτωση μπορούμε να πούμε για ένα τρελό μωρό, ότι σε ανάβει ακόμη και με κελεμπία.

  1. Πώς έσκασε μύτη έτσι με αυτήν την κελεμπία; Είπαμε χιπστερίαση, αλλά όχι κι έτσι!
  2. Το μωρό είναι τόσο σέξι που και κελεμπία να φορέσει θα μας καυλώσει!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στα καλιαρντά είναι, κατά τον Ηλία Πετρόπουλο (Τα Καλιαρντά, 1971), "το άβγαλτο αγοράκι, που το γυροφέρνει ο κολομπαράς". Ο Πετρόπουλος το ετυμολογεί ως εξής: "Μάλλον προέρχεται από το κοινό κεκ (αγγλικά cake), γιατί το βλέπει σαν γλύκισμα". Αν δεν βρεθεί κάποια πιο ψαγμένη ετυμολογία, θα πρέπει, υποθέτω, να συμβιβαστούμε με αυτήν την ερμηνεία ότι πρόκειται για γουτσισμό εκ των αγγλικών, ένα γκέι αντίστοιχο του παστάκι ένα πράμα.

Εξκιούζμι τώρα αλλά αβέλω τζαστικό γιατί έχω ραντεβού μ’ ένα κεκ στη παραλία που έχει όλα τα δόντια του. (Αποκατέ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ηράκλω στα καλιαρντά είναι η γυναίκα. Όπως σημειώνει το Πονηρόσκυλο εδώ, ετυμολογείται από τη λέξη της ρομανί rakli, rakhli = κοπέλα, κορίτσι, κόρη – ξένη, όχι Ρομ στην καταγωγή. Ηρακλωτά σημαίνει γυναικεία, και προσδιορίζει σεξουαλική στάση, όπου ο "παθητικός" ερώμενος κάθεται ανάσκελα σε φάση ιεραποστολικού. Το αντίθετο, το μπρούμυτα, λέγεται νορμάλ στα καλιαρντά, υπονομεύοντας την ετεροκανονιστικότητα. Θεωρείται, δηλαδή, σαν κατά μία μάλλον αντεστραμμένη κανονιστικότητα, το "νορμάλ" για τον τζιναβωτό/τζινάβοντα τα καλιαρντά να είναι το εκ του πρηνηδόν, ενώ το ανάσκελα να είναι το ηρακλωτά, όπως το κάνουν δηλαδή οι γυναίκες.

  1. -Άντε γαμήσου μωρή τραβελογεννημένη σούφρα. - Ηρακλωτά ή νορμάλ; (Καλιαρντοδιάλογος στο Μπου).
  2. Το ντέζι μου χτύπησε κόκκινο, ξάναψα!!! Φαντασιώνομαι νταβραντισμένους και εξαγριωμένους τουρκαλάδες κλασσικούς μουσικούς να με κυνηγάνε ξαναμμένοι στα σοκάκια του Αναπλιού κραδαίνοντας αντί για φαλλούς τα δοξάρια τους, τα τσέλα τους, τα ομποε κλπ και να θέλουν να μου πάρουν ό,τι πολυτιμότερο έχει μια ελληνοπούλα: τη τιμή της, την ελευθερία της και την εθνική της περηφάνια!! Να μου εφαρμόζουνε το οθωμανικό τους δίκαιο τραγουδώντας Bach στα Τούρκικα, κι εγώ ηρακλωτά να ικετεύω το Σταϊκόπουλο να με γλυτώσει γι’άλλη μια φορά μετά απο 190 χρόνια!! Να γίνετε της Μπουμπουλίνας το κάγκελο!!!! Άμα όμως μ’αρέσει ο Bach Mελίνα μου; (Αποκατέ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μειωτικά, αυτός/ή που κάνει πεολειχία μέχρι να ξελαρυγγιαστεί, η τσιμπουκλού.

Ίσα μωρή λαρύγγω, θα πνιγείς απ' το στριγκάκι σου. (Εδώ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το ψέμα, το ψεύτικο στα καλιαρντά, εκ του μουσαντό.

Πέντε-έξι χρόνια αργότερα, όταν πια το αίσθημά μου είχε σβήσει, τότε ξανάμαθα γι’ αυτόν. Για την τύχη του την κουλή. Από πού; Απ’ τις εφημερίδες. Τον παρουσιάζανε σαν τέρας της φύσεως. Ότι έκλεψε, βίασε και έσφαξε. Α, μπα, μπα, μπουτ σαντά. Άλλος φταίει, κι άλλος πληρώνει. Τσακίστηκα. Δεν πίστεψα τίποτα. Τον είχα ζήσει τον άνθρωπο. Ένα τρακαρισμένο παιδί ήταν, ένα φοβισμένο ζωάκι. (Από το μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη Ο Γύρος του Θανάτου).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σε συμπλήρωση του έτερου ορισμού, λέγεται για τον άνθρωπο προχωρημένης ηλικίας γενικά. Για κάποιον που περιμέναμε ότι θα είχε ήδη πεθάνει, αλλά παραδόξως ζει. Αλλά και ειδικότερα, για κάποιον που έχει παγιώσει στο πρόσωπό του μία ανέκφραστη έκφραση σαν μάσκα. Ο λόγος μπορεί να είναι ότι έχει χρησιμοποιήσει αισθητικές μεθόδους συντήρησης, όπως μπότοξ, που του έχουν αλλοιώσει την εκφραστική του προσώπου. Ή μπορεί να έχει πάθει και μια σειρά από εγκεφαλικά ή Αϊζεν(χ)άουερ ή άνοια, που του έχουν προσδώσει μία απόκοσμη έκφραση αλλούφο. Όταν μαζεύονται πολλές μούμιες μαζί, γίνεται τουταγχαμός.

  1. Θα ψήφιζα τη Μαριάννα Βαρδινογιάννη για Πρόεδρο. Γιατί; Δεν κάνει η μούμια για Πρόεδρος; Εδώ έχουμε τον Παπούλια! (Μακελειό).
  2. Σε λίγο καιρό, η Μέγκαν Φοξ θα μπορεί να παίξει μόνο στην Μούμια.

Τουταγχαμός!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στα καλιαρντά είναι το κλύσμα πιθανόν και με τις μεταφορικές σημασίες που βλέπουμε εδώ, εδώ και εδώ. Προέρχεται από τη λέξη πούλη= κώλος, πιθανόν εκ της λέξης bul της ρομανί, και της λέξης μουσαφίρης= φιλοξενούμενος εκ του τουρκικού misafir < αραβικό مسافر (mosâfer =ταξιδιώτης). Πρόκειται, επομένως, για έναν φιλοξενούμενο στον πρωκτό.

Τζους μωρή ψαμοσκελού... άντε να βρεις καμιά γκαζοζού να σου αβέλει κανά πουλομουσάφιρο.. (Από το Μπου).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία