Το κατάστημα εστίασης όπου το κύριο έδεσμα είναι ο γύρος.
Μετά τις έντεκα το βράδυ δεν βρίσκεις κανένα εστιατόριο ανοικτό στο Άαχεν, μόνο κάνα γυράδικο, αν έχει κάνας Τούρκος.
Το κατάστημα εστίασης όπου το κύριο έδεσμα είναι ο γύρος.
Μετά τις έντεκα το βράδυ δεν βρίσκεις κανένα εστιατόριο ανοικτό στο Άαχεν, μόνο κάνα γυράδικο, αν έχει κάνας Τούρκος.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το φροντιστήριο που γίνονται μαθήματα σε γκρουπ.
Οι γονείς του δεν είχαν λεφτά για ιδιαίτερα, οπότε πήγε σε γκρουπάδικο.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το μαγαζί με φλιπεράκια, δηλαδή ηλεκτρομηχανικά παιχνίδια, όπου ο παίκτης, χειριζόμενος κάποιους μοχλούς, προσπαθεί να κατευθύνει μια μπαλίτσα ανάμεσα από κάποια εμπόδια και προς ορισμένους στόχους.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται στα burgers.
ΣΤΟ ΠΙΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΠΕΡΓΚΕΡΑΔΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ ΤΑ BURGERS ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ATM. (Εδώ).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το πέος όταν κάνει στοματικό σεξ η/ο ερωμένη/ος, χρησιμοποιώντας και λίγο δοντάκι.
Μυθική οδοντόβουρτσα (σεξουαλιστί: οδοντόπουτσα) εις την οποία θεωρητικώς μετατρέπεται το ανδρικό μόριο και γυαλιζει-καθαρίζει-λευκαινει. (Greek BDSM community).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Αλλιώς ο μπιτχαβάς δηλαδή ο πουτσαράς. Σχετίζεται με την εβραϊκή κοινότητα των Ιωαννίνων. (Δες).
Είναι μεγάλος μπετιχαβάς.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δοκίμως, σημαίνει τη σημαία. Ετυμολογία: μεσαιωνικό ελληνικό φλάμπουρον < φλάμπουλον (ανομοίωση υγρών [l-l > l-r] ) < *φλάμουλον (τροπή του μεσοφ. [m > mb] ) < ελληνιστικό φλάμμουλ(α) -ον < ύστερο λατινικό flammula = σημαία του ιππικού (επειδή απεικόνιζε μικρή φλόγα: λατινιστί flamma)]. Μεταφορικώς σημαίνει ό,τι και το κοντάρι, δηλαδή το πέος.
Μόλις την είδε να περνάει με τη στρινγκαδούρα, είχαμε έπαρση φλάμπουρου.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Παλιά σλανγκιά για την οδό Σόλωνος στην Αθήνα, όταν ανθούσε εκεί ο αγοραίος έρωτας με πιατσόβιες.
Φόρτωσε μια τάνα από την Ψώλωνος.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Μεταφορά για το πέος.
Έχωνε τον πάσσαλό του στο μαλακό της χώμα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Μεταφορά για το μεγάλο και σκληρό πέος. (Δες). Βλ. και λοσταρία.
Την κοπάναγα με το λοστάρι μου μέχρι που έχυσε.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!