Μικροκαμωμένη (και κατά συνέπεια μανιτζέβελη στο σεξ) γκόμενα.
Η αδερφή της είναι νταρντάνα με τα όλα της, αυτή πώς βγήκε έτσι μινιμαλιά, κοντή και αδύνατη;
Μικροκαμωμένη (και κατά συνέπεια μανιτζέβελη στο σεξ) γκόμενα.
Η αδερφή της είναι νταρντάνα με τα όλα της, αυτή πώς βγήκε έτσι μινιμαλιά, κοντή και αδύνατη;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Απροσδιόριστο μεταφορικό αντικείμενο το οποίο το «τρώει» κάποιος όταν χάνει σε: κόντρα με αυτοκίνητο / μηχανάκι, video game, αθλητικό παιχνίδι κλπ.
Εν γένει συνώνυμο εκφράσεων του στυλ τρώω πούτσα, τον πίνω, «τη ρούφηξα», αν και κανείς δε γνωρίζει την ουσιαστική σημασία της ίδιας της κλαπάνας.
Τα βάλαμε με ένα Starlet κι εκεί που είχα ετοιμαστεί να τον πατήσω, μου 'ριξε μια κλαπάνα που ήταν όλη δικιά μου.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Τρομερά βρωμερό / αηδιαστικό χέσιμο. Τόσο, που ο επόμενος δεν μπορεί να πλησιάσει το μπάνιο για αρκετή ώρα. Τις περισσότερες φορές, συμβαίνει λόγω κακής ποιότητας τροφής, δηλητηρίασης ή απλά πολύ πικάντικου/καυτερού φαγητού.
Ο όρος φυσικά προέρχεται από το κόμμα / παραμιλιταριστική /τ ρομοκρατική οργάνωση του Λιβάνου, λόγω της προφανής ηχητικής ομοιότητας της λέξης και ταυτόχρονα της τρομερής επικινδυνότητας των δύο εννοιών. Για το λόγο αυτό, αυτού του είδους το χέσιμο διατηρεί το θηλυκό γένος του όρου (βλ. παράδειγμα).
- Ωραία τα μεξικάνικα χτες, αλλά το πρωί αμόλησα μια χεζμπολάχ που γκρίνιαζε όλη η γειτονιά από τη βρώμα.
- Ρε μαλάκες, ποιος εξαπέλυσε τη χεζμπολάχ μέσα στο μπάνιο μου; Πώς θα κάνω μπάνιο τώρα;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Στη μπασκετική ορολογία, σημαίνει κλέβω τη μπάλα από τον αντίπαλο - αρκετά όμοια με την κανονική σημασία της κλοπής. Παρ' όλα αυτά, ο όρος χρησιμοποιείται συνηθέστερα στο μπάσκετ για το κλέψιμο μέσα από τα χέρια του αντιπάλου, την ώρα δηλαδή που ντριμπλάρει.
Χρησιμοποιείται σε αυτό το context για να υποδηλώσει ότι τον έκανες ρόμπα με αυτό το κλέψιμο - σε αντίθεση π.χ. με ένα κλέψιμο που προέρχεται από παρέμβαση σε απρόσεκτη πάσα.
Το ίδιο το κλέψιμο αναφέρεται φυσικά ως «φέρμα».
Αν μου πουλήσεις εξυπνάδα κάνω φέρμα, τη μπάλα και φεύγω στην επίθεση σφαίρα. (Tang-Ram)
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Στο ποδόσφαιρο χρησιμοποιείται συχνά σε άπιαστα γκολ που ο τερματοφύλακας δεν έχει καμία τύχη οπότε δεν κάνει καν προσπάθεια / εκτίναξη προς τη μπάλα, απλά γυρίζει και κοιτάζει. Τερματοφύλακες σεσημασμένοι ως προς αυτή την αντίδραση συχνά ονομάζονται φωτογράφοι, όμως αυτό προϋποθέτει τόση έλλειψη ταλέντου ώστε ο τέρμας να μένει άγαλμα ακόμα και σε φαινομενικά εύκολα για αυτόν γκολ.
Η χρήση της μεταφοράς μπορεί να συνεχιστεί επάπειρον και κατά το δοκούν, του τύπου «έβγαλε και ευρυγώνιο μην το χάσει», «στην ταχύτητα κλείστρου εξπέρ αλλά από αντανακλαστικά ούτε λόγος» κ.ο.κ.
Και έχεις τώρα τέρμα τον Κοστάντσο, ο οποίος στα μισά γκολ που τρώει έχει μείνει άγαλμα και τα φωτογραφίζει. Πού πας έτσι;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Προέρχεται από τη μπασκετική ορολογία και σημαίνει ότι κάποιος καλύπτει με το σώμα του κάποιον άλλο που θέλει να κάνει κάτι που δεν πρέπει να φανεί.
Οι πιο περπατημένοι μπασκετικοί ορίζουν και τη θέση του σκρην, όπου χαμηλά σημαίνει στο πλάι (εκ του low post) και ψηλά σημαίνει ευθεία (εκ του high post).
Κάνε μου ένα σκρην να μετρήσω πόσα λεφτά μου έδωσε.
- Κοίτα πίσω μου με τρόπο.
- Κάνε μου ένα σκρην ψηλά μη γίνουμε ρεζίλι.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Προέρχεται από τη μεταφορική εικόνα ενός ανοιχτού σπιτιού και σημαίνει «είμαι συνεχώς αφηρημένος / φλου». Ένας άνθρωπος ο οποίος αερίζεται σε μόνιμη βάση είναι εξαιρετικά δύσκολος σε οποιαδήποτε συνεννόηση και, σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις, παθολογικά ηλίθιος /-α.
Οι ακραίες περιπτώσεις αερίσματος μπορούν να εγείρουν επιπλέον μεταφορικές χρήσεις του αέρα, όπως «έχει απαγορευτικό», «μέχρι και τα βαπόρια είναι δεμένα», «οχτάρι γεμάτο (μποφώρ)» κλπ.
Προσπαθώ να συνεννοηθώ να βγω μαζί της όλη τη βδομάδα, αλλά η γκόμενα αερίζεται κανονικά. Δεν μπορούμε να κανονίσουμε με τίποτα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος ο οποίος συνήθως κάνει πράγματα αντιστρόφως ανάλογα της ηλικίας του (π.χ. οδηγεί, φοράει έξαλλα ρούχα, κάνει clubbing).
Πού πάει ρε το λυκόπουλο, αριστερή λωρίδα με τη σακαράκα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Χαστούκι, σφαλιάρα. Εις την αργκό της συμπρωτευουσιάνικης ημι-trash οπαδικής τηλεόρασης (Μαρμίτα).
Άμα φας κανένα πλακόνι με το δαχτυλίδι του συγχωρεμένου του παππού, θα σου πω εγώ.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Άτεχνος ποδοσφαιριστής, που λογικά είναι κατάλληλος μόνο για να παίζει στόπερ (άντε και αμυντικό χαφ στο πολύ κατενάτσιο). Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βαράει τους αντιπάλους, να κερδίζει που και που καμιά μπάλα χωρίς φάουλ και να τρέχει πέρα δώθε λυσσαλέα.
Δε θα πρέπει να συγχέεται με το «τρεχαντήρι», ο οποίος είναι εξ ορισμού εξάρι / οχτάρι (αμυντικό / κεντρικό χαφ δηλαδή) και παίζει box-to-box, δηλαδή από τη μια περιοχή μέχρι την άλλη. Το «τρεχαντήρι» μπορεί να έχει καλή πάσα ή έξυπνο παιχνίδι. Ο μαρμαράς, ποτέ.
Μου έχει βάλει και τον Τοροσίδη δεξί μπακ... Αυτός είναι τελείως μαρμαράς ρε φίλε. Στις δέκα σέντρες, οι εννιά πάνε πλάγιο.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!