Εκπλήσσομαι, μένω μαλάκας, μένω κάγκελο.
- Μαλάκα είδες τι πίπινους κυκλοφορεί ο Νίκος;
- Ναι ρε, τα είδα προχθές και έμεινα παγωτό! Τρομερά!
Εκπλήσσομαι, μένω μαλάκας, μένω κάγκελο.
- Μαλάκα είδες τι πίπινους κυκλοφορεί ο Νίκος;
- Ναι ρε, τα είδα προχθές και έμεινα παγωτό! Τρομερά!
Βλ. και παθαίνω πλάκα, καγκελώνω, μένω καρότο, μένω κούκλα, μένω πίπα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το λέμε όταν κάτι είναι τέλειο, γαμάει, είναι τρομερό. Δηλώνει γενικότερα ενθουσιασμό για κάτι που μας αρέσει. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για την λέξη κεντάει αλλά αυτή χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά.
- Σ' άρεσε το τραγούδι;
- Μαλάκα πλάκα με κάνεις, το κομμάτι σπέρνει!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Άι παράτα μας, χέσε μας.
Έμεινε στην ιστορία μετά από τη γνωστή δικαστική αντιπαράθεση Γιώργου Νταλάρα - Τζίμη Πανούση. Πασίγνωστο σε όλη την χώρα.
- Ελάτε μαζί μου σήμερα, θα είναι γεμάτο γκόμενες το μαγαζί ρε, γκαραντί!
- Δε μας χέζεις ρε Νταλάρα... κάθε φορά τα ίδια μας λες και όποτε ερχόμαστε το μέρος είναι αρχιδόκαμπος!
Βλ. και δε μας χέζεις
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Κυριολεκτικά, τραμπάκουλο: το ογκώδες και αργό ιστιοφόρο.
Μεταφορικά αν πούμε παθαίνω τραμπάκουλο θα πει ότι ταράζομαι, τρώω πακέτο, παθαίνω ζημιά.
Λέξη ιταλικής προελεύσεως από το trabaccolo
- Βγήκατε τελικά με εκείνα μουνιά χθες;
- Δε σε είπανε οι άλλοι τι έγινε ρε; Ήταν κάτι μοσχάρια και οι τρεις, η μία πιο άσχημη απο την άλλη! Πάθαμε μεγάλο τραμπάκουλο!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο κομψός, ο καλοντυμένος, ο τσίλικος.
Σύγκρινε με φρεσκαδούρα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Χαβαλές, όμορφη κατάσταση, καλή φάση.
Έλα ρε μαλάκα, φέρε όμως και τις γκόμενες για να γίνει χουλιαμάς!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το προσποιητό, το και καλά, το κατα φαντασίαν.
Λέξη τουρκικής προελεύσεως.
Ήρθε χθες και μας τό 'παιζε ντεμέκ άρρωστος, ότι δε μπορεί λέει να έρθει για δουλειά γιατί έχει πυρετό! Ο ρεμπεσκές!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Συνήθως χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες εκφράσεις και δηλώνει την ουσία, το νόημα.
Τι εστί βερίκοκο, δηλαδή ποια είναι η αλήθεια, η πραγματική ουσία.
- Η Μαρία λέει ότι ο Νίκος είναι τρομερός εραστής, λέει ότι δεν έχει ξανανιώσει έτσι ποτέ με κανένα!
- Ναι ε; Κάτσε να δοκιμάσει μια φορά και την πάρτη μου και μετά θα καταλάβει τι εστί βερίκοκο!
Τόσα χρόνια αρραββωνιασμένη, ρε ομορφιά, και ακόμα να αποφασίσεις να παντρευτείς; Πόσο θα περιμένεις, ακόμα δεν κατάλαβες τι εστί βερίκοκο;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Με τίποτα, σε καμία περίπτωση.
- Θα έρθεις για κάμπινγκ το καλοκαίρι ρε μαλάκα;
- Μέσα στη λάσπη και τη βρώμα; Με την καμία όμως!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Συντομογραφία και ανασύνταξη του την κάνω, δηλαδή φεύγω, αποχωρώ.
Την-κά-νω -> Τη-γκα-νά
- Πότε θα τελειώσετε με τα ποτά; Πήγε 6 η ώρα άντε, εγώ τηγκανά παιδιά να ξέρετε.
βλ. και τιγκανά
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!