Κυριολεκτικά, τραμπάκουλο: το ογκώδες και αργό ιστιοφόρο.

Μεταφορικά αν πούμε παθαίνω τραμπάκουλο θα πει ότι ταράζομαι, τρώω πακέτο, παθαίνω ζημιά.

Λέξη ιταλικής προελεύσεως από το trabaccolo

- Βγήκατε τελικά με εκείνα μουνιά χθες;
- Δε σε είπανε οι άλλοι τι έγινε ρε; Ήταν κάτι μοσχάρια και οι τρεις, η μία πιο άσχημη απο την άλλη! Πάθαμε μεγάλο τραμπάκουλο!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μάγκικη συντόμευση του για στάσου ρε.

Συναντάται σε παλιές ελληνικές ταινίες αλλά και σήμερα είναι ευρέως διαδεδομένο. Λέγεται συνήθως όταν κάποιος από μια παρέα πάει να φύγει κάπως απρόσμενα.

- Λοιπόν παίδες εγώ τηγκανά έχω δουλίτσα!
- Εεεε.. για στα ρε! Πού πας έτσι στα καλά καθούμενα;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Είναι ποτέ δυνατόν; Γίνεται κάτι τέτοιο;

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αδυναμία κάποιου να κάνει κάτι ή γενικότερα πράγματα που δεν είναι δυνατόν να συμβούν.

- Αν μας πιάσει ο Μήτσος την γαμήσαμε μαλάκα, θα φάμε πολύ ξύλο!
- Ποιος ρε, αυτό το λιμό; Κλάνει ο πεθαμένος;

Μετά το 0.40 (από Khan, 29/04/11)

Βλέπε και χέζουν οι αρκούδες στο δάσος;.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χρησιμοποιείται ειρωνικά για να μειώσουμε ασήμαντα πρόσωπα και καταστάσεις ή για να περιγράψουμε καταστάσεις που δεν έχουν καμία πιθανότητα να συμβούν. Πολλές φορές επίσης χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του γνωστού στ' αρχίδια σου.

Νοηματικά συνδέεται με το Ναι καλά και το Τι σε νοιάζει (πάντα σε ειρωνικό τόνο).

Γνωστή παράφραση:
Ξύσ' τ' αρχίδια σου με τον γκασμά.

  1. - Μαλάκα ο Τάσος θα ξηγηθεί καλή φάση εκδρομούλα το σαββατοκύριακο!
    - Ποιος ρε, αυτός ο ψεύτης; Ξύσ' τ'αρχίδια σου με τον μαλάκα, τι ασχολείσαι!

  2. - Η γκόμενα δεν πήρε τηλέφωνο και έχω ανησυχήσει ρε γαμώτο...
    - Ποιος την γαμεί ρε βλάκα, ξύσ' τ'αρχίδια σου!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το αραλίκι, το χουζούρι, η τεμπελιά.

Λέξη τουρκικής προελεύσεως (rahat), που με τη σειρά της είναι δανεισμένη απο τα αραβικά.

- Πως περάσατε Θεσσαλονίκη;
- Χαλαρά ρε, φραπεδιά, ραχάτι και γκομενίτσες όχι πολλά πολλά!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο κομψός, ο καλοντυμένος, ο τσίλικος.

Στυλάτο σε βλεπω σήμερα μαλάκα, για γκόμενες πας; Πολύ σένιος!

Σύγκρινε με φρεσκαδούρα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αυτός που δε καταλαβαίνει, δεν αισθάνεται πως να συμπεριφερθεί σε διάφορες καταστάσεις. Ο αναίσθητος, ο χαζός.

- Τι έγινε και είσαι τσατισμένος πάλι;
- Τι να γίνει ρε Γιάννη; Μαλακίζεται ο συγκάτοικος... Με βλέπει χθες βράδυ με την γκόμενα σπίτι και αντί να πάρει δρόμο για δυο ώριτσες, φώναξε κάτι φίλους του σπίτι να πιούνε και μας κάνανε χαλάστρα...
- Έλα ρε! Άνιωθος εντελώς ε!;

Βλ. και νιώθω, ανιωθίλα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το λέμε όταν κάτι είναι τέλειο, γαμάει, είναι τρομερό. Δηλώνει γενικότερα ενθουσιασμό για κάτι που μας αρέσει. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για την λέξη κεντάει αλλά αυτή χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά.

- Σ' άρεσε το τραγούδι;
- Μαλάκα πλάκα με κάνεις, το κομμάτι σπέρνει!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Εκπλήσσομαι, μένω μαλάκας, μένω κάγκελο.

- Μαλάκα είδες τι πίπινους κυκλοφορεί ο Νίκος;
- Ναι ρε, τα είδα προχθές και έμεινα παγωτό! Τρομερά!

Βλ. και παθαίνω πλάκα, καγκελώνω, μένω καρότο, μένω κούκλα, μένω πίπα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το κατακάθι του καφέ.

Από την τουρκική λέξη telve.

Του άρεσε τόσο πολύ το καφεδάκι που του 'ψησα, που το ήπιε όλο μέχρι τον ντελβέ!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία