Σκουπίδι αποκαλείται και κάποιος όταν για κάποιο λόγο θεωρείται από κάποιον υποδεέστερος. Συνήθως για εξύβριση χρησιμοποιείται και είναι αρκετά βαρύς χαρακτηρισμός. Ως συνώνυμο θα μπορούσε να θεωρηθεί το: τιποτένιος, πεταμένος.

Καλά ρε σκουπίδι, πώς μπόρεσες να την πέσεις στην αδερφή μου; Είσαι πολύ τιποτένιος τελικά.

(από Khan, 25/11/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συνώνυμο του σαβουρογάμη. Ο άνδρας ο οποίος συνευρίσκεται σεξουαλικά με οποιαδήποτε γυναίκα, ασχέτως αν του αρέσει ή όχι. Προέρχεται δε από την γνωστή έκφραση: «ότι κινείται εκτελείται».

Συζήτηση μεταξύ φιλενάδων...
- Μου την έπεσε ο Σταύρος. Τον ξέρεις; Είναι της προκοπής;
- Άσ'το φιλενάδα... Αυτός πάει με όποια να 'ναι... Είναι μεγάλος μπαζοκίλλερ...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χρησιμοποιείται κυρίως για cafe-bar-restaurant στα οποία συχνάζουν συνήθως οι οικονομικά ευκατάστατοι. Κατά την χρήση συνήθως υπονοείται και ότι αυτά τα μαγαζιά είναι ξενέρωτα και βαρετά.

- Πάμε για κανένα ποτάκι στο .........;;
- Ωχ μωρέ δεν γουστάρω τα κυριλάδικα, πάμε κάπου χύμα...

Ο ναός του αγίου Κυρίλλου στο Μάλακ Ιζβόρ (Λόβετς, Βουλγαρία) είναι κυριλλάδικο με δύο λάμδα (από Khan, 24/11/10)

Βλέπε και κυριλέ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χρησιμοποιείται σαν απάντηση στο: τι να κάνω;
Δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο νόημα, απλώς είναι μια απάντηση όταν δεν έχουμε κάτι άλλο να απαντήσουμε και σημαίνει πως δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι, ή πως μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, ακόμη κι αν αυτό είναι χαζό -ή ακόμη σημαίνει και πως ο απαντών δεν νοιάζεται τι θα κάνεις τελικώς.

- Βαρέθηκα να κάθομαι φίλε. Τι να κάνω;
- Ε άμα βαρέθηκες κάνε μια φούσκα με τη μύξα σου και μη με ζαλίζεις.

Βλέπε και γειώσεις.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία