Επιμελώς κιτσάτη (στην καλύτερη) ή παντελώς γκάου-μπίου (στη χειρότερη) διατύπωση του γελαδάρη καουμπόι.

Το ίδιο πνεύμα, βλ. μικυμάου, τσομπανοκαμπόης.

1. Είμαι σήμερα πίσω από ένα φορτηγάκι και διαβάζω λέξη λέξη και με μία γραμματοσειρά που φέρνει σε western: Ήρθε κι έφυγε ο Καμπόης!

3. ο (χολυγουντιανός, ρεπουμπικανός και τέως καμπόης) Κλιντ Ήστγουντ γυρίζει το ένα αριστούργημα μετά το άλλο!

3. Καμπόης γιαλαντζί και ζεν-πρεμιέ της γκαζόζας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο πέοντας, στα μπεμπεκίστικα. Η λέξη καταγράφεται κι ως τσουτσούνι, τσουτσούνα και τσούτσα. Συνήθως εμπεριέχει ψήγματα (αυτο)σαρκασμού όταν αναφέρεται σε μόριο ενήλικα.

Τσουτσού επίσης αποκαλείται ο ξερόλας, αυτός που σαν πούτσα πετάγεται.

Η ετυμολογία της λέξης αποδίδεται από το λεξικό Τριανταφυλλίδη είτε στην λέξη τσουνί (κοτσάνι ή πέος) -η οποία με την σειρά της ετυμολογείται εκ του αρχαίου κυνίον (σκυλάκι)- είτε στο Αλβανικό tşuni (αγόρι).

Αποτελεί και σημαντικό γαμοσλανγκοτέτοιο μόριο (βλ. ενδεικτικά: γλυκοτσούτσουνος, κοντοτσούτσουνος, μικροτσούτσουνος, ξετσουτσουνεύω, οχιά διτσούτσουνη, ρεβιθοτσούτσουνος, σιδεροτσούτσουνος, τσουτσουνάμι, τσουτσουνίζω, τσουτσουνιστής, τσουτσουνογαμπρός, τσουτσουνοκαταπίνογλου, τσουτσουνοπνίχτρα, και πολλά άλλα. Χώρια τα ερζάτς τούρκικα τ. τσουτσού σεφτέ, τσουτσού σορόπ, υσουτσού φερετζέ, τσουτσούν νταχτιρντί και ταλιμπάν.

1.
Έχει παρατηρήσει κανείς όταν κατουράνε τα αγοράκια να έχουν κανένα ασπράκι στην άκρη της «τσουτσούς»; Δε ξέρω αν είναι τίποτα λόγω αντιβίωσης που παίρνουμε λόγω κυστεουρητικής παλινρόμησης ή απο το γάλα.Ευχαριστώ.

2.
Τσουτσού συνήθως λέμε κάποιον ή κάποια που ανακατεύεται εκεί που δεν τον σπέρνουν ή παριστάνει τον έξυπνο ή και που κάνει ψιλορουφιανιές κατωτάτου επιπέδου, γιατί ναι κυρίες και κύριοι, ακόμα και η ρουφιανιά έχει επίπεδα!
3.
Πως λέγεται στα τούρκικα...Η χήρα; Τσουτσού αχ-βαχ γιοκ.

(από Khan, 17/02/14)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χασίστες και οι φουντικοί: οι δυο μεγάλες κατηγορίες Ελλήνων που αμφιμαστουρώνουν ανάμεσα στον πατέρα τους τον Μπάτη (που ήρθε απ' την Σμύρνη το 22, κλπ) και την κουτσουμπήλω του Bob.

Ας πανηγυρίσουμε τον ανθό τση μάνας γης με ένα λημματογραφικό απάνθισμα για το χασισάκι του Θεού, από όπου κι αν προέρχεται.

Αλφαβητάρι του χασίστα

(σ.ς. Χασίσι: ο επεξεργασμένος και πρεσαριστός ανθός της ινδικής κάνναβης)

  • αλάδωτο, χασίσι μούφα χωρίς τετραϋδροκανναβινόλη%
  • αφγάνι, σπάνια και ακριβή ποιότητα χασισακίου από το Αφγανιστάν%
  • ζήρο-ζήρο, πράσινο μαροκινό εξαιρετικής ποιότητας, εξ ουστ και το διπλό ζήρο (σύμβολο του άπειρου)%
  • καϊνάρι, το γλυκό και εξαιρετικής ποιότητας λεβεντοχασίσι%
  • κασκαούτι, το χασισάκι%
  • κέρατο, το άτιμο το μπαμπέσικο το χασίσι%
  • κασέρι, το ευωδιαστό χασίσι%
  • κογιανό, σαλλλονικιώτικο για το χασίσι. Καμιά σχέση με το κουγιανό%
  • λάδι, το χασισέλαιο, απόσταγμα από την ρητίνη του ανθού%
  • λάφινγκ, μαροκινό γελαστό πράσινο(laughing)%
  • λιβάνι, ψιλοάθλιο αλάδωτο χασίσι από το Λίβανο%
  • μαρόκο, μαροκάνικο, πρασινόμαυρο από το Μαρόκο%
  • μπόρντερ, μαυροπράσινο, από τα σύνορα (border) Αφγανιστάν-Πακιστάν-Ινδία%
  • νταμίρα, άλλη μια ονομασία για το άγιο χασισάκι%
  • μαυράκι, το χασισάκι, υποκοριστικό του...%
  • μαύρο, το κατεργασμένο χασίσι%
  • μπουμπάρι, χασισάκι σε λεπτή σκόνη%
  • πλαστελίνη, είδος μαλακού ψημένου μαυρακίου από Αφγανιστάν μεριά%
  • πράσινο, ειδος πράσινου χασισακίου%
  • πρέσα, το συμπαγές πρεσαριστό χασίσι%
  • προυσαλιό, το μαυράνι του ρεμπέτη: μόλις ήρθα από την Προύσα, να ξεφύγω δεν μπορούσα...%
  • σταφ, το πράγμα%
  • ρόκομα, το μαρόκο στα ποδανά%
  • σοκολάτα, καφετί και ευωδιαστό χασίσι, πρεσαρισμένο σε μορφή τσιγκουλάτας%
  • τάϊ στικ, εξαιρετικό χασίσι από την Ταιλάνδη, σε σχήμα ραβδακίου%
  • τουμπεκί, μείγμα μαύρου και ταμπάκου%
  • τσόκο, βλ. σοκολάτα

Aλφαβητάρι του φουντικού

(σ.ς. φούντα: το άνθος του θηλυκού δενδρύλλιου ινδικής κάνναβης: ο αποξηραμένος ανθός της ινδικής κάνναβης)

  • albanian haze ή tirana haze, λολοπαίγνιο στο γκουμεδιάρικο χέηζ για την τρισάθλια αλβανική φούντα%
  • αλβανός, κακής πχοιότητας χόρτο από την σκιπερία%
  • αμερικάνικη φούντα, η μαριχουάνα%
  • άψητο, ακατέργαστη μορφή χασισακίου, φούντα%
  • βρομ, συνθηματικό για την φούντα%
  • γελαστό, προσωνύμιο του χόρτου ή καθώς προκαλεί ευθυμία%
  • γκάντζα, η φούντα στα τζαμαϊκανά. Legalize it!%
  • γκρας, το γρασίδι%
  • γρασίδι, το χόρτο%
  • ελληνική φούντα φούντα από τον τόπο σου τ. πα μαλ, πα μαλ. Ο Ψηλορείτης και ο Ταΰγετος, τα δυο βουνά μαλώνουν γαι ποιο βγάζει το καλύτερο%
  • καλαματιανό, παγκοσμίως γνωστό ως kalamata founta, το Maui Wowie της Ελλάδος%
  • κανναβέττο, το χόρτο%
  • μπάγκο, αυτοφυής αφρικάνικη φούντα. Κόβεις όπου βρεις και πίνεις%
  • μπριζόλα, δυσάρεστη φούντα με πολλούς σπόρους που βρωμοκοπάει όταν καίγεται%
  • νταφ, η φούντα (νταφού)%
  • νταφού, η φούντα στα ποδανά%
  • μαριχουάνα, τα φύλλα δενδρύλλιου ινδικής κάνναβης%
  • μαρουγάνα, μπρούκλικο για την μαριχουάνα%
  • μπαμπάνα, τρισάθλιο αλβανικό χόρτο%
  • μπουρούχα, τζουφια φούντα από αρσενικό δενδρύλλιο%
  • πακιστανικό, φούντα που πωλούν πάκηδες%
  • πασπάλια, άσχετα κλαράκια και φύλλα με τα οποία νοθεύεται η νταφού%
  • παστάλι, άθλια φούντα αποτελούμενη από κλαδάκια, σκόνη, σπόρους, κ.ά. κατακάθια%
  • πράσο, η φούντα%
  • πρεζόφουντα, ειδος βαριάς φούντας που και καλά φτιάχνεται κάνοντας ενέσεις πρέζας στην ρίζα τουδενδρύλλιου.%
  • σένσι ή σενσιμίλια, τζαμάτη γκάντζα χωρίς σπόρους
  • ρεφούζι, κατακάθι νταφού του αισχίστου είδους, εκ του refuse%
  • ρίγανη, κακής ποιότητας χόρτο%
  • σκανκ, σκληρή μεταλλαγμένη φούντα νέας κοπής υψηλών οκτανίων (διπλάσια περίπου ποσότητα τετραϋδροκανναβινολης) με δυσάρεστες μάλλον παρενέργειες%
  • σκανόφουντα, μπάσταρδη φούντα από σπόρους σκανκ που καλλιεργούνται στην ελληνική και αλβανική ύπαιθρο με διάφορες μεθόδους%
  • τούφα, η φούντα%
  • φου, η φούντα%
  • φουφού, η φούντα-φούντα%
  • χάχα, η φούντα, επειδή φέρνει γέλιο%
  • χέηζ (haze), εκλεκτό υβρίδιο σένσι με έντονο άκουσμα. Υπάρχουν διάφορε ποικιλίες: purple, silver, και ταλιμπάν%
  • χόρτο η φούντα, εκ του αγγλικάνικου weed.

Φουντοχασιστικά γάρα, παραφερνάλια κ.ά.

  • δοντιά, η δια δαγκώματος πρόχειρη μονάδα μέτρησης και διάθεσης του μαύρου%
  • γαρδούμπι, μπάφος με χασισάκι%
  • γάρο, το τσιγαρλίκι%
  • γελαστό τσιγάρο, το ενισχυμένο τσιγάρο%
  • γεμιστάκι, τσιγάρο που του αφαιρούμε τον καπνό και το γεμίζουμε με φούντα%
  • γουργού, ο κλασικός ναργιλές που γουργουρίζει%
  • θανάσης, ονομασία λουλά, εκ της εκφράσεως ποιος Θανάσης;%
  • καρότο, ο μεγάλος μπάφος-υπερπαραγωγη%
  • κατιμάς, τα τρίμματα που περισσεύουν%
  • λουλάς, το επιστόμιο του ναργιλέ%
  • μάρλευ, μονάδα μέτρησης%
  • μελαχρινή, μικρή ποσότητα ναζιάρας και σκερτσόζας φούντας εν είδει μερίδας%
  • μονόφυλλο, γάρο από ένα φύλο%
  • μπόμπα, πολύ χοντρός μπάφος, ιδανικός για περιφορά%
  • μπονγκ, είδος νερόπιπας για χόρτο%
  • μπουκαλάκι, περίπου 3 γρ λάδι σε μπουκαλάκι βανίλιας%
  • μπουρί, ο χοντρός και μεγάλος μπάφος%
  • ξεροτσίμπουκο, το κάπνισμα μαύρου με πίπα ξεροσφύρι (χωρίς καπνό)%
  • ποτηράτο, αυτοσχέδιος τρόπος πόσης με άντεστραμμένο ποτήρι%
  • ρο, εκ του γάρο%
  • σουσανές, τοπικός ιδιωματισμός (Δωδεκάνησα, Πελοπόννησος) για τον μπάφο%
  • τάκος, μαύρο σε συσκευασία μισόκιλου%
  • ταφάκι, το δίφυλλο γάρο.%
  • τζόιντ, ο μπάφος στα αμερικλάνικα%
  • τρίφυλλο, μεγάλο τσιγαρλίκι από τρία φύλλα χαρτιού
  • τσίκα, «μερίδα» χασισιού για ναργιλέ%
  • τρομπόνι, ο φοσμπά-γαργαντούας%
  • τσιγαριλίκι, με χαρμάνι καπνού και φούντας%
  • τσίλουμ, είδος ινδικής πίπας%
  • φέος, ο μπάφος (εκ του μπαφέος). Προσοχή στους τσέους όταν το πίνετε.%
  • φοσμπά, ο μπάφος στα ποδανά%
  • φοσμπέιν, ο μπάφος στα ποδανά%
  • ψίλος, η μικρότερη δυνατόν αξιοποιήσιμη ποσότητα χασισιού

Υστερόγραφο: σούρα, τζούρα και μαστούρα

  • ανέβασμα, δυναμικά αυξανόμενη πορεία τση μαστούρας, εκ του αγγλικάνικου get high%
  • βινάρω, πίνω χασισάκι%
  • γκον, πάει αυτός, τον χάσαμε%
  • διάρκεια, της μαστούρας ωτς. Ποικίλλει με την ποιότητα.%
  • κάνω κεφάλι, το πάνω εννοείται%
  • καριβαρία, όταν κάνεις κακό κεφάλι (εκ των κάρα και βαριά)%
  • κιούσμπα, κακό τριπάκι από τρίμμα φούντας%
  • κλάσιμο, espèce de mastoure%
  • λιάδα, η ούμπερ ντούπερ μαρτούρα%
  • λιωσμάρα, το λιώσιμο%
  • μαστουρλούκι, το φαγητό (συνήθως γλυκό) που μασουλάς όταν κάνεις κεφάλι. Αγγλικανιστί: munchies%
  • νεφέσι, η απόλαυση στη ρουφιξιά γάρου%
  • ντάγκλα, το απόγειο τση μαστούρας%
  • σούστα, η γερή ντάγκλα όπου το κεφάλι κάνει ντόϊνγκ-ντόϊνγκ%
  • την ακούω, μαστουρώνω όμορφα κι ωραία%
  • τριπάκι, η ψυχεδελομαστούρα.%
  • χάλια, δεν ήξερες, δεν ρώταγες;

Βλ. επίσης: Το λεξικό της ντάγκλας, Λ. Χρηστάκη και Ν. Επάρατου (Εκδόσεις Opera 1995).

(από Khan, 21/04/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το αγγελικό καυλάκι, ο μουνάγγελος, το ευλογημένο τουμπανάϊζερ. Σλανγκιά του σλανγιωτάτου Ανδρέα του Εμπειρίκου.

1.
« Είσαι άγγελος! ... Καυλάγγελος! ... Μουνίτσα γλυκεία τού Παραδείσου! ... » και ψαύων πάλιν ζωηρώς τό εν αγρία στύσει παλλόµενον υπό τήν περισκελίδα πέος του, επετάχυνε έτι µάλλον τάς παλινδροµικάς κινήσεις τού δακτύλου του εις τήν οπισθίαν οπήν τής µικράς µετανάστιδος, ενώ η Έθελ, σφαδάζουσα από τήν καύλαν της, εξηκολούθει τάς λαγνικάς αναφωνήσεις της και τά συνταρακτικά τού γυµνωµένου κώλου της γοργά κουνήµατα.

2.
Καυλάγγελος!...κατ' Ανδρέαν Εμπειρίκον...Εισκέπτομαι την Εύα 2η φορά.. Ενθουσιασμένος από την πρώτη επίσκεψη με το sex show - footfetish σκέφτηκα να την απολαυσω και σε πιο αυταρχικάπρογράμματα.

  • Μέσος όρος: 7.7
  • Εμφάνιση κοπέλας: 9.0
  • Συμμετοχή/διάθεση/υπηρεσίες κοπέλας: 9.0
  • Χώρος/καθαριότητα χώρου: 7.0
  • Συμπεριφορά τσατσάς/τσάτσου: 8.0
  • Πρόσβαση/Parking: 1.0
  • Σχέση απόδοσης/τιμής: 7.0

(από Khan, 18/12/14)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συντομογραφία τςη προσφιλούς σε όλους φυλής των κλαρινογαμπρώνε. Ο κλάριν αποτελεί την μετεξέλιξη του βλαχοκυριλέ κάγκουρα:

  • Συχνά φέρει μαλλιά μακριά από πάνω (αλλά ξυρισμένα στα πλάγια), μπλουζάκι με V μέχρι τον μπούτσο (à la μαγιό του Borat), αμάνικα μπουφάν, παντελόνια-σωλήνες και πατούμενα Air Max.
  • Ενίοτε κραδαίνει μπλιμπλίκια τ. Apple χάριν εντυπωσιασμού, αλλά δεν το' χει καθόλου με την τεχνολογία.
  • Τσακωμένος με τα σαπούνια, ο κλάριν καμουφλάρει την βουκολική του οσμή θυμαριού και φασκόμηλου με σφοδρά αποσμητικά τ. Axe.
  • Από τους χίπστερ, δανείστηκε μούσια και τα τατουάζ, χωρίς όμως ειρωνικές αναφορές. Περισσότερο χιπστεροκάγκουρες, σε αντίθεση δε με τους «γνήσιους» χιπστεράδες δεν έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, ανησυχίες ή φετίχ (πέραν του να πηδήσουν - συνήθως ανεπιτυχώς - καμιά εύκωλη μπίμπω). Για πλήρες crash test κλάριν vs χίπστερ, βλ. βινδεάκι του Mikeius, στον οποίον αποδίδεται και η πατρότης τση λεξιπλασίας.

    Σλανγκασίστ: Dr. Steve Brule.

1.
- ακου μαλακαμου τι εκανε ενας κλάριν σ'ενα γαμο.Ενω χορευε επεφτε κατω ξερος κ πηγαινε ο αλλος με ουίσκι κ τον ελουζε-ανασταση

2.
- Κλάριν, hipster και ψώνια ενωθείτε selfie,instagram,twitter

3.
Συναζιστή Thulsa όμως δεν απαντάς στο ερώτημα, είσαι το 40χρόνο κλάριν του webwar;

4.
Άμα είσαι κλάριν και γουστάρεις να φοράς τον σωλήνα παντελόνι ή κανένα κολάν της μάνας σου, τι να σου πω ;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Είμαι γαμάτος σε κάτι, το παίζω επιδέξια στα δάχτυλα μου, έχω το μότζο μου τούμπανο, όλοι οι άλλοι τρώνε τη σκόνη μου.

1.
- Το 'χει ακόμα ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς. Τα χρόνια πέρασαν, τα μαλλιά άσπρισαν, πλέον δεν φοράει φόρμα αλλά κοστούμι. Παρόλα αυτά ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς δεν ξέχασε το μπάσκετ που ήξερε.

2.
- Δεν το χει με την τεχνολογία ο Βενιζέλος. Ένα καθημερινό... μποτιλιάρισμα βιώνουν στη ροή τους στο Twitter όσοι ακολουθούν τον λογαριασμό του Ευάγγελου Βενιζέλου και αυτόν του ΠΑΣΟΚ.

3.
H Ελένη Φουρέιρα «το ‘χει» με το twerking

4.
Το παιδί σας δεν «το χει» με το διάβασμα;; - Αυτά είναι τα μυστικά να το κάνετε να διαβάζει για το σχολείο....

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κουμπώνω το παιχνίδι: ποδοσφαιρική σλανγκιά για το «στήσιμο» ενός παιχνιδιού.

Δράττομαι της ευκαιρίας να αναπαράγω αυτολεξεί to γλωσσάρι στη αργκούς των στημένων παιχνιδιώνε (από εδώ):

  • Κύκλωμα: Με τη λέξη αυτή αποκαλούσε ο Μάκης Ψωμιάδης τους διαιτητές που πίστευε ότι ήλεγχε ο Αχιλλέας Μπέος.
  • Σύστημα: Με τη λέξη αυτή αποκαλούσε ο Μπέος τους διαιτητές που πίστευε ότι μπορεί να είχαν σχέση με τον Νίκο Πατέρα.
  • Θάνατος: Ο διαιτητής που παίζει για να καθαρίσει τον αντίπαλο.
  • Μεσαίος: Ο πρώτος διαιτητής. Πρόκειται για νεοεισερχόμενη λέξη, αφού οι βοηθοί του αποκαλούνται πλαϊνοί.
  • Χημικοί: Εκείνοι που βγάζουν τις αποδόσεις των αγώνων
  • Τα σπόρια: Ευνοώ τη μια ομάδα. Προέρχεται από τη φράση «κόβει το καρπούζι στη μέση και δίνει τα σπόρια στη μια ομάδα».
  • Κοίμισμα: Η τακτική να δίνουν υποσχέσεις και να δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι θα γίνει η δουλειά.
  • Ξεθαρρεύω: Αφορά τους παίκτες που αρχίζουν να κάνουν του κεφαλιού τους.
  • Βγάζω καφέ: Δίνω ποσοστά επί των κερδών σε αυτόν που «έτρεξε» τη δουλειά.
  • Παίρνω εργολαβία: Αναμένω αποστολή.
  • Ανακατεμένος: Αυτός που περιμένει κλήση από τη Δικαιοσύνη.
  • Κατηφόρα: Η πτώση της απόδοσης σε έναν αγώνα.
  • Μπούμερανγκ: Η ανατροπή του αποτελέσματος.
  • Κάνω τη ζημιά: Κάνω την έκπληξη ή τη νίκη εκτός έδρας.
  • Γίνεται κέντα: Άσχημη εξέλιξη ενός αγώνα.
  • Ασφάλεια: Ο άνθρωπος που θα εγγυηθεί πως ό, τι συμφωνήθηκε θα γίνει στο γήπεδο.
  • Πρώτη δημοτικού: Σημαίνει ότι κάποιος δεν γνωρίζει τον χώρο των διαιτητών.
  • Μαρμίτα: Το κέρδος από κάθε παιχνίδι.
  • Νηστικός: Αυτός που έχει χάσει αρκετά χρήματα.
  • Υλικό: Τα αναβολικά.
  • Κελαηδούν τα ράδια: Θα γίνει ντόρος.
  • Θα σου φέρνω τσιγάρα: Θα μπεις στη φυλακή.
  • Τρώω παπά: Μου λένε ψέματα.
  • Μπροστινός: Επιθετικός
  • Πισινός: Αμυντικός.

1.
Άγνωστος: - Αδελφέ;
Αχιλλέας Μπέος: - Ποιος είναι;
Άγνωστος: - Ελα, στο κούμπωσα ρε. Το παιχνίδι. Μην παίρνεις κανέναν τηλεφωνο.
Αχιλλέας Μπέος: - Τι;
Άγνωστος: - Εβαλα τον Πατμανίδη.
Αχιλλέας Μπέος: - Μαλάκα!
(Οι διάλογοι: Ετσι «έστηναν» τα ματς)

2.
Κούμπωμα παρατηρητή στο ΑΕΛ-Ολυμπιακός Βόλου! Συνομιλία για το ποιος παρατηρητής θα τοποθετηθεί σε αγώνα Superleague την σεζόν 2010-2011, αποκαλύπτει δικαστικό έγγραφο.

  1. Έγινε κέντα, αλλά το κούμπωσα το παιχνίδι και επειδή είσαι νηστικός και έτρεξες θα σου βγάλω καφέ!!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Παπαρωνύμια βαπτίζω σλανγκική αηδία υπαρκτά ακρωνύμια που το σλανγκεπώνυμο πλήθος παραφράζει λολαδερώ τω τρόπω. Το κλασικότερο παράδειγμα έρχεται από τα όχι και τόσο ευτυχισμένα παιδικά μας χρόνια: δέν έχουμε ηλεκτρισμό (Δ.Ε.Η.), ούτε τηλέφωνα έχουμε (Ο.Τ.Ε.)• έχουμε όμως τουρισμό (Ε.Ο.Τ.). Βγάζουν ακόμα γέλιο, 40 χρόνια μετά.

Το σάη έχει ήδη πάμπολλα καταχωρημένα, κυρίως φαντραρώνυμα και μπατιρώνυμαsarant). Ας πανηγυρίσουμε το φαινόμουνο «παπαρωνύμια» αποδελτιώνοντας τα κυριότερα:

Οργανισμοί, γραφειοκρατικά, πολιτικά, αθλητικά, μπατιρώνυμα

  • Α.Ε.Κ.: Αθλητική Ένωση Κατσαρίδων, Αθλητική Ένωση Καμπινέδων, Αθλητική Ένωση Κατσίβελων, Αλβανική Εταιρεία Κουραμπιέδων
  • Α.Π.Θ. (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης): Αχ! Πέρασα Θεσσαλονίκη!
  • Α.Π.Υ. (Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών): Αν Πληρωθώ Υπογράφω
  • ΑΧΕΠΑ (American Hellenic Educational Progressive Association): Αθηναίοι Χέσατε Επειγόντως Πάντας Αμερικανούς
  • Δ.Ε.Η.: Δεν Έχουμε Ηλεκτρισμό
  • Δ.Π.Θ. (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης): Δυστυχώς Πέρασα Θράκη, Δεν πέρασα Θεσσαλονίκη, Δεν Πειράζει, Θάρρος!
  • Δ.Ν.Τ. (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο): δονητής, Δυστυχώς Ναυαγήσατε Ταγάρια, Διεθνής Νόμιμος Τοκογλύφος, Δια Ναυαγούς Τιτανικών, Δεν θα Νιώσεις Τίποτε, Δόντια Να Τρίζουν, Δίνε Να Τρώμε, Δεν Νογάνε Τίποτα, Δύσκολα Νομίζω Τηβγάζουμε, Δεινά Νέας Τάξης, Διαθέτουμε Νέες Τραγωδίες, ΔίΝε Του, Δημιουργούμε Νεόπτωχους Ταχύτατα, Δε Ναντέχω Τσούζει, Δανεικά Νομίζω, Τέρμα, Δανειστείτε, Νηστέψτε, Τελειώσατε!, Δημιουργεί Νέες Τραγωδίες, Δίαιτα Νέα Τρομερή, Δανειζουμε-Νηστεύετε-Τζογάρουν, Δούλευε Νηστικός, Τομάρι, Δολοφόνοι-Νεκροθάφτες-Τυμβωρύχοι, Δυνητικά Νέοι Τόκοι, Δώστε Ναφάμε Τίποτα; (βλ. εδώ)
  • Ε.Δ.Ε. (Ένορκη Διοικητική Εξέταση): Εμείς Δεν Ευθυνόμαστε
  • Ε.Μ.Π. (Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο): Έκανες Μαλακία, Πλήρωνε.
  • Ε.Λ.Π.Α. (Ελληνική Λέσχη Αυτοκινήτου & Περιηγήσεων): Επικίνδυνοι λόγω παρατεταμένης αγαμίας
  • Ε.Ο.Τ. (Εθνικός Οργανισμός Τουρισμού): Έχουμε όμως Τουρισμό
  • Κ.Κ.Ε. (Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας): ΚρυόΚωλη Experience
  • Κ.Τ.Ε.Λ.: Καθημερινή Ταλαιπωρία Ελληνικού Λαού
  • ΛΑ.Ο.Σ. (Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός): Λειτουργούμε Απλά Όπως Συμφέρει
  • Μ.Κ.Ο. (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις): Μπίζνες Καλά Οργανωμένες
  • Μ.Π.Α. (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών): Μην Περιμένεις Άδικα…
  • Ο.Ε.Δ.Β.: Ο Δάσκαλος Είναι Βλάκας, Όποιος Διαβάζει Είναι Βλάκας, Όταν Έχω Διάβασμα Βαριέμαι, Όλοι Ελάτε τον Δάσκαλο Βαράτε, Όλη η Ελλάδα Δασκάλους Βαράει.
  • Ο.Ε.Σ.Β. (Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων): Όταν έχει σχολείο βαριέμαι
  • ΟΣΦΠ: Ο Σωκράτης Φυλάει Πρόβατα, Όμιλος Σκουπιδιαρέων Φουκαράδων Πειναλέων, Ολυμπιακός Σύλλογος Φυλακισμένων Προέδρων (Κοσκωτάς, Σαλιαρέλης με το καλό κι ο Κόκκαλης)
  • Ο.Τ.Ε.: Ούτε Τηλέφωνα Έχουμε
  • ΟΥΛΕΝ (Ulen): Όλοι Υποφέρουν Λόγω Ελλείψεως Νερού
  • Π.Α.Σ.Ο.Κ. (Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα): Πατέρα Αναπαύσου, Συνεχίζω Ολική Καταστροφή
  • Σ.Ε.Μ.Φ.Ε. (Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών): Σαφώς Έκανες Μαλακία, Φύγε Εγκαίρως
  • Σ.ΜΕ.Χ.Α. (Σύνδεσμος Μελών Χρηματιστηρίου Αθηνών): Σύλλογος Μονίμως Ερωτευμένων Χωρίς Ανταπόκριση
  • Φ.Π.Α. (Φόρος Προστιθέμενης Αξίας): Φιλικά Πηδιόμαστε Ακόμα

Φαντραρώνυμα

  • Α.Μ. (Ασφάλεια Μονάδος): Άνοιξε Μαλάκα, Αρχίδι Μονάδας, Αυτού Μεγαλειότης
  • Γ.Ε.Π. (Γραφείο Έρευνας και Πληροφορικής): Γραφείο Έρευνας και Πληροφορικής, Γραφείο Εξάσκησης Πλαιυστάσιον, Γήπεδο εξάσκησης Pro
  • Δ.Δ. (Διεύθυνση Διοικήσεως): Δεν Δουλεύω, ή Δανείζουμε Δούλους
  • Δ.Ε.Α. (Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός): Δεν Είμαι Αξιωματικός, Δεν Έχω Αξία, Δεν έχω αστέρι, Δες Ένα Αρχίδι
  • Ε.Λ.Δ.Υ.Κ. (Ελληνική Δύναμη Κύπρου): Ελπίδα Λούφας Δεν Υπάρχει Καμία, Εντός Ολίγων Λεπτών Υποπτεύομαι Κάμψεις
  • Ε.Π.Υ. (Εθελοντής Πενταετούς Υποχρεώσεων): Επειδή Πεινάω Υπηρετώ, Έπινα πριν υπογράψω
  • ΕΠ.ΟΠ. (Επαγγελματίας Οπλίτης): Επειδή Πείνασα Ορκίστηκα Πάλι, Επικελευστής Όταν Πεθάνεις, Έφαγα Πόρτα Όπου Πήγα
  • Κ.Ε.Β.ΟΠ. (Κέντρο Εκπαίδευσης Βαρέων Όπλων): Κάπου Έξω Βρίσκεται Ο Παράδεισος
  • Κ.Ε.Ε.Μ. (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Εφοδιασμού Μεταφορών): Κορίτσια, Εδώ Εκπαιδεύονται Μαλάκες), Κορίτσια Εδώ Εκπαιδεύονται Μαλάκες, Και Εσύ Έχεις Μέσον
  • Κ.Ε.ΔΒ. (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Διαβιβάσεων): Κέντρο Εκπαίδευσης Δυνατών Βυσμάτων
  • Κ.ΕΠΙΚ. (Κέντρο Επικοινωνιών του Στρατοπέδου): Κέντρο Επεξεργασίας Ινδικής Κάνναβης
  • Κ.Ε. ΠΟΡΟΥ (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Πόρου): Και και Πορέλι
  • Κ.Ε.Υ.Γ. (Κέντρο Εκπαίδευσης Υγειονομικού): Κέντρο Εκπαίδευσης Υψηλών Γνωριμιών
  • Κ.Ε.Υ.Π. (Κέντρο Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου): Κέντρο Εκπαιδεύσεως Υψηλών Προσώπων
  • Κ.ΜΗ. (Κέντρο Μηχανογράφησης) Κομπιούτερ Μαλάκα Ήθελες
  • Κ/Φ (Κανονιοφόρος): Κουφή
  • Κ.Ψ.Μ. (Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδος): Κάτσε Ψήστον Μόνος σου (τον καφέ)
  • Λ.Γ.Μ. (Λόχος Γενικών Μεταφορών): Λίμνη Γεμάτη Μπαρμπούνια
  • Λ.Δ., Λόχος Διαλύσεως (Λόχος Διοικήσεως): Λόχος Διαλύσεως
  • Λ.Υ.Β. (Λόχος Υποψηφίων Βαθμοφόρων): Λόχος Υποψηφίων Βυσμάτων, Λιώνω Υποφέρω Βασανίζομαι
  • Μ.Ε.Τ.Α. (Μοίρα Εκπαίδευσης Τοπικής Άμυνας): Μάνα Εδώ Τρώνε Ανθρώπους, Μας Έμαθαν Το Αραλίκι, Μας Έκλασαν Τα Αρχίδια
  • Κ.Ε.ΥΓ. (Κέντρο Εκπαίδευσης Υγειονομικού): Κέντρο Εκπαίδευσης Υψηλών Γνωριμιών
  • Κ.Ε.Υ.Π. (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Υλικού Πολέμου): Κέντρο Εκπαιδεύσεως Υψηλών Προσώπων
  • Λ.Ε.Α. (Λόχος Έκτακτης Ανάγκης): Λούφα Εκτός Απροόπτου
  • Λ.Μ.Κ. (Λόχος Μεταφοράς Καυσίμων): Λάθος Μονάδα Κατάταξης
  • Λ.Ο.Κ. (Λόχος Ορεινών Καταδρομών): Λάθος όλοι κάναμε
  • Λ.Υ.Τ. (Λόχος Υποστήριξης Τάγματος): Λόχος Υπερβολικής Ταχύτητας (τους τρέχουν)
  • Μ.Ε.Τ.Α. (Μοίρα Εκπαίδευσης Τοπικής Άμυνας): Μάνα Εδώ Τρώνε Ανθρώπους, Μας Έμαθαν Το Αραλίκι, Μας Έκλασαν Τ’ Αρχίδια
  • Μ.Π.Κ. (Μοίρα Παντός Καιρού): Μοίρα Πίπα-Κώλο
  • Μ.Σ.Ε.: (Μοίρα Συντήρησης Εγκαταστάσεων): Μοίρα Στέρησης Εξόδου
  • Ο.Β.Α. (Οπλίτης Βραχείας Ανακατάταξης): Όταν Βαρεθώ Απολύομαι
  • ΟΜ.Α.Ε. (Ομάδα Άμεσης Επέμβασης): Όπα Μεγάλε, Αράξαμε Επιτέλους!
  • Ο.Υ.Κ. (Ομάδα Υποβρυχίων Καταστροφώνε): Ομάδες Υποψήφιων Κάφρων, Όλοι ύστερα κατάλαβαν
  • Π.Α. (Πολεμική Αεροπορία): Ποτέ Αγγαρεία
  • Π.Α.Β.Υ.Π. (Προκεχωρημένη Αποθήκη Βάσεως Υλικού Πολέμου): Παλιοί Ακόμα Βαράνε Υπηρεσίες Περιπόλου
  • Π.Τ.Μ. (Πλοίο Ταχείας Μεταφοράς): Ποταμόπλοιο
  • Σ.Α.Ε.Π. ( Σχολή Αξιωματικών Έρευνας και Πληροφορικής): Σειρούλα Άραξε, Έχει Πλαιυστάσιον, Σειρούλα Άραξε Είμαστε Πολύπριζα
  • Σ.Ε.Α. (Στρατεύσιμος Έφεδρος Αξιωματικός): Σήμερα (ή Συνήθως) Έχω Άδεια
  • Σ.Ε.Π. (Σώμα Έρευνας και Πληροφορικής): Σώμα Ειδικών Περιπτώσεων, ή Σώμα Εξαιρετικών Προσώπων, ή Σώμα ΕξεχόντωνΠολύπριζων
  • Σ.Ε.Α.Π. (Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού): Σήμερα Έρχεσαι Αύριο Πεθαίνεις, Σκατά Έρχονται Από Παντού, Σήμερα Έχουμε Ασφαλώς Πατάτες
  • Σ.Ε.Μ. (Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών): Σίγουρα Έχω Βύσμα
  • Σ.Ε.Υ. (Σμήνος Επιχειρησιακής Υποστήριξης): Σμήνος Ευαίσθητων Υπάρξεων
  • Σ.Τ.Α. (Σχολή Αξιωματικών Τεθωρακισμένων): Σχολή Ανοιγμένων Τάφων
  • Στ.Ε.Κ. (Σταθμός Ελέγχου Κυκλοφορίας): Σάντουιτς, Τσιγάρο, Εφημερίδα, Καφές
  • ΣΤΡ.ΠΖ. (Στρατιώτης Πεζικού): στριπτιζού
  • Σ.Φ. (Στρατιωτικές Φυλακές ): Σχολή Φωτομοντέλων
  • Τ.ΕΦ. (Τάγμα Εφοδιασμού): Τάγμα Επιστημονικής Φαντασίας
  • Τ.Π.Β. (Τεχνίτης Πυροβόλων) =Τεκνό Βορείων Προαστίων, Το Παιδί Βολεύτηκε, Το Παιδί Βύσμα
  • Τ/Φ (Τυφεκιοφόρος): Τυχερός Φαντάρος, Τρέξε Φουκαρά
  • 124 Π.Β.Ε. (124 Πτέρυγα Βασικής Εκπαίδευσης): 124 Πρόβατα Βοσκάνε Ελεύθερα, 124 Πούστηδες Βαράνε Εμένα
  • 290 ΜΚ Τ.Π. (290 Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού): 290 Μαλάκες Τρέχουν Πανικόβλητοι

Πηγές: νέτι, σλάνγκρρ, sarantakos.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ρηλόντεντ παραλλαγή του πάλι ποτέ βάστα Ρόμμελ!, προσαρμοσμένη στα χρόνια τση μνjημονιακής χολέρας.

Χρησιμοποιείται αφενός από μνjημονιακούς (που αναπροσδιορίζονται μεταρρυθμιστές) όταν πανηγυρίζουν επειδή θεωρούν ότι οι μνjημονιακές «μεταρρυθμίσεις» αποδίδουν καρπό (όταν δεν αποδίδουν λόγω συντεχνιακών πιέσεων το γυρίζουν στο πιο σκληρό Μέρκελ, τράβα την πρίζα!) Και αφεδύο από είρωνες αντιμνjημονιακούς, σε βάρος της επονομαζόμενης κατοχικής κυβέρνησης.

Δράττομαι τση ευκαιρίας να πανηγυρίσω το τέλος του μνjημονίου (είτε με εντολή Σαμαρά, είτε επειδή θα το σχίσει ο Αλέξης) με ένα σλανγκαπάνθισμα σλανγκισμώνε, εκφράσεων, λολοπαιγνίωνε και ξύλινης και μη νεογλώσσας που εν πολλοίς αγνοούσαμε πριν ο Γ.Α.Π. εκφωνήσει το κύκνειο άσμα του στο Καστελόριζο:

  • αγανακτίστας: κύκνειο λήμμαν του Ζανουάρ για τους νοικοκυραίους που με ιαχές τ. εεε...ωωω..πάρτε το μνjημόνιο και φύγετε από δω (Ουστ!), δεν πληρώνω δεν πληρώνω, το ελικόπτερο και πουλ, απάλλαξαν τον μελαγχολικό Τζέφρι από τα δυσβάσταχτα καθήκοντά του.
  • αγορές: το μνjημονικό Ιερό Δισκοπότηρο, εκεί που πασχίζαμε να καταλήξουμε ώστε πάλι με χρόνια και καιρούς να δανειζόμαστε όπως παλαιά.
  • αλλαγή νοοτροπίας: να πάψουμε δηλαδή να φερόμεθα ως κλασικοί Έλληνες μαλάκες αλλά ως Ολλανδοί. Έχει και τα καλά του πάντως, οι γκόμενες θα πληρώνουν τον μισό λογαριασμό στη ταβέρνα και την μισή βενζίνη.
  • ανταγωνιστικότητα: εύκολο - να έχουμε μισθούς σχεδόν σαν της Σερβίας (η πικρή αλήθεια όμως είναι ότι η Σερβία δεν είναι ανταγωνιστική γιατί έχει γραφειοκρατία σχεδόν σαν την δική μας :Ρ )
  • αντιμνημονιακoί: μεταξύ άλλων, οι οπαδοί του ΣφΥΡΙΖΑ, οι Καμμένοι Έλληνες, τα χρυσά αυγά και τα στρατευμένα κουτσουμπονιάτα του Κόμματος.
  • ανυπακοή: σ.σ. δηλαδή σε ο,τιδήποτε εκτός από τα όσα προτάσσει το Κόμμα.
  • ασημικά: Αγοράζω παλιά που τραγουδούσε ο Τζορντανέλλι. Με εξαίρεση τον Ριχάρδο, κανένας διεθνής επενδυτής (q.v.) δεν έχει εισέτι σκάσει μύτη.
  • βαράω κανόνι: Βλ. Πρώτο μήδι.
  • βαρβαρότητα ή σοσιαλισμός: προσφιλές σύνθημα του ΓΑΠ
  • βαυαρότητα ή σοσιαλισμός: λολοπαίγνιοτου Τριπραλέξ στο ως άνω σύνθημα του ΓΑΠ (ως γνωστόν, πας Γερμαναράς Βαυαρός εστί).
  • γκέουρο: φρανκενδραχμή που θα αντικαταστήσει το Ευρώ σε περίπτωση γκρέξιτ.
  • γκόου μπακ: κουφάλες τροΐκανοί εδώ είναι Ελλάδα, εδώ είναι Ελλάδα, Ανατολή είμαστε όλοι αραπάδες, είμαστε όλοι αραπάδες, Τσιγγάνοι, Γύφτοι Μοϊκανοί, Μοϊκανοί.
  • γκρέξιτ: ο δραχμαγεδδών (q.v.)
  • δεν θα μας πάρεις τα καγιέν, Ολι Ρεν Ολι Ρεν! προσφιλής αντιμνjημονιακή ιαχή από τα ακριτικά Καγιενοχώρια.
  • διεθνής τοκογλυφία: η ΕΚΤ, το ΔΝΤ και η Κομισιόν που καταχρηστικά μας δανείζουν με 1,5%.
  • δουνουτάς, ΔΝΤ, δονητής: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ως δονητάρι. Ξαπλώστε, κλείστε τα τα μάτια σας και απολαύστε.
  • δραχμαγεδδών: το γκρέξιτ (q.v.) και οι ολέθριες συνέπειές του.
  • επενδύσεις: παράδειγμα προ κρίσεως: πράσινη οικονομία, τουτατέστιν η επιδοτούμενη ανέγερση ανεμόμυλων και η πώληση προς την κρατική ΔΕΗ κιλοβάτ, με επιβάρυνση του προϋπολογισμού. Παράδειγμα στα χρόνια του Μνjημονίου: πωλήσεις δημοσίων εταιρειών ή οικοπέδων, προκειμένου να αποπληρώνονται οι διεθνείς τοκογλύφοι (q.v.)
  • εισφορά αλληλεγγύης: το χαράτσι, στην μνjημονιακή νεογλώσσα.
  • επιμήκυνση: μας επιτρέπει να πληρώσουμε €700 δις σε 20 χρόνια αντί για €100 σε δέκα. Ωσεκτουτού, επιμήκυνση του τροϊκανού πέοντα.
  • γενιά των 700 ευρώ: η σημερινή γενιά των 500 ευρώ τους αναπολεί και κλαίει.
  • η κρίση ως ευκαιρία: Το’ πε κι ο Παγκαλέων: «Το μνjημόνιο είναι ευκαιρία για τον τόπο. Είναι και ευτυχία για τον τόπο». Ειδικά εάν έχεις δικηγορικό οίκοι, εταιρεία συμβούλων, εκκαθαριστής, ο Ριχάρδος, ή οπαλάκιας.
  • ήμουν κι εγώ στην Λίστα Λαγκάρντ: το αμαρτωλό κότερο των Λαζοπουλοψινάκηδων ψωλαρμενίζει στην Βελβετία.
  • κατοχική κυβέρνηση: η λεγόμενη χούντα του σαμαροβενιζέλου, που διαδέχτηκε την επίσης κατοχική κυβέρνηση Παπαδήμ(ι)ου. #Τράγκας.
  • κόκκινη γραμμή: διαπραγματευτικά, το ασάλιωτο πρωκτικό. Στην ρεαλ πολιτίκ όμως η καλή νοικοκυρά όλα τα αλέθει.
  • κούρεμα: το συμβολικό και / ή ουσιαστικό ξεγύμνωμα ανθρώπων, θεσμών, πολιτισμών, νομισμάτων.
  • λεφτά υπάρχουν: είπε ο Τζέφρι, στέλνοντας όλους μας στις κάλτσες.
  • Μάνταμ Μέρκελ: η ευθυμοτυπικά ορθή ΣφΥΡΙΖουσα προσφώνηση τση Καγκελαρίου με το αβυσσαλέο ντρκολτέ.
  • με εντολή Σαμαρά: ο Τσακ Νόρις βρήκε τον μάστορά του στο πρόσωπο του Φον Αντωνάκη.
  • μεταρρύθμιση: τα σκληρά αλλά αναγκαία μέτρα, κολποσκόπηση και χημειοθεραπεία ένα πράμα.
  • μνjημονιακή υποχρέωση: πάσης φύσεως ακάποτο μπιφτέκωμα με εντολή Σαμαρά (q.v.).
  • μνημονιακοί: νεοφιλελέδες, οπαδοί της Νέας Δημοπρασίας και του νεοπασόκ, ΔημΑριστές, ο Βράσταμαν κ.ά. σουργελέισον.
  • νήσος του Πάσχου: νησί που ξεπουλάει από η κατοχική κυβέρνηση (q.v.) στα ξένα και ντόπια αρπαχτικά.
  • ξεπούλημα: το μπιρ παρά σκότωμα κρατικής περιουσίας σε ξένα και ντόπια αρπαχτικά. Η πικρή αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι ξένοι επενδυτές έχουν δείξει πραγματικό ενδιαφέρον για τα ασημικά μας, έστω και σκοτωμένα.
  • οι Γερμανοί είναι φίλοι μας: λένε με θαυμασμό οι βλαχοφιλελέ και ειρωνικά οι μη.
  • οι Γερμενοί ξανάρχονται: η άνοδος τση Χρυσής Αυγής σαν συνέπεια της μνjημονιακής malaise.
  • όλοι μαζί τα φάγαμε: εμβληματική πλην ρεντουξιονιστική ατάκα του Μέγα Παγκαλέωντος.
  • πιστωτικό γεγονός: η πορδή εκείνη που θα πυροδοτούσε την χρεοκοπία και τον δραχμαγεδδώνα.
  • πορδοσάλτε: μνjημονιάκος δημοσιοκάφρος του ΣΚΑΙ. Μαζί με τον Πάσχο Μανδραβέλη (βλ. νησί του Πάσχου), το κόκκινο πανί κάθε στρατευμένου αντιμνημονιακού.
  • πουτσολήπτης: ο έχων πουστοληπτική ικανότητα στις αγορές.
  • πρωκτογενές πλεόνασμα: το πρωτογενές πλεόνασμα που για να επιτευχθεί έκανε «έτσι» το κωλαράκι μας.
  • προσαρμογή: βλ. σοκ και πέος.
  • σακάτης: o Σόϊμπλε, κακοχρονονάχει (ναπαγαμηθεί η κορεκτίλα!)
  • σπρεντ: διαφορά μεταξύ του πόσο τουρλώνει τον πρωκτούλη του ο Έλληνας για να δανειστεί, έναντι του αντίστοιχου πρωκτουρλώματος ενός Γερμανού.
  • σορτάκιας: ο αδερφός του ΓΑΠ που έβγαλε τις κάλτσες του ποντάροντας στον καταποντισμό της οικονομίας.
  • στεγνώσαμε: δεν υπάρχει σάλιο στα ταμεία όπως είπε κι ο ημέτερος Shabba Ranks.
  • τασκ φορς: τριμελής επιτροπής από πέντε-έξι τοποτηρητές τροϊκανούς με κακόηχα τευτονικά ονόματα τ. Φούχτελ.
  • τεστ αντοχής: άνευ ουσίας μείς οι Έλληνεςγιατί είμαστε λοκατζήδες. Για τους καψιμιτζήδες, υπάρχει και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • τραπεζοτσολιάς: άλλοτε κυριλέ επάγγελμα καταδικασμένο στην συνείδηση του λαού που ωστόσο τραβάει ζόρι λόγω αναδουλειάς και ελλείψει μπόνους κλαψ, κλαψ, σνιφ, σνιφ.
  • τροϊκανός: κύκνειο λήμμαν του Πανούλις, before Troikans were was cool.
  • Τσολάκογλου: ο Παπαδήμ(ι)ος, οι Σαμαροβενιζέλος, ο κάθε πουλημένος στην διεθνή τοκογλυφία (q.v.) δωσίλογος.
  • Φούχτελ: τεύτων ούννος επίτροπος που μας φουχτώνει τον ποπό.
  • ψαλίδι: σε μισθούς, συντάξεις, παροχές, λίμπιντο.
  • ψεκασμένος: τι μας κάνουν μάνα μου τα αρεοπλάνα των μνjημονιακών σιωνιστώνε κ.ά. όχι και τόσο δημοκρατικών δυνάμεων; Βάστα σύντροφε Καμμένε!

Τέλος, για να μην μου τη πέσουν τα σλανγκαρχίδια παραθέτω και ορισμένα παραδείγματα του Βάστα Μέρκελ!

- Βάστα Μέρκελ!! Πλήρη απελευθέρωση του επαγγέλματος των φαρμακοποιών ζητά η Τρόικα

- Οι μαυραγορίτες, από την πλευρά τους, έχοντας επιλέξει να συνδέσουν την επαγγελματική τους πορεία με την εκμετάλλευση των συμπολιτών τους, δεν μπορεί παρά να ελπίζουν σε παράταση της κρίσης και της εξαθλίωσης. Όπως και οι προκάτοχοί τους, δεν μπορεί παρά να αναφωνούν: «βάστα Μέρκελ!»

- Επί Γερμανικής Κατοχής αυτοί που έλεγαν «Βάστα Ρόμελ» ήταν οι μαυραγορίτες και το σάπιο κατεστημένο που συνέχιζε την προδοτική στάση του με πρωτεργάτες τους «συνεργάτες» των κατακτητών. Σήμερα, αυτοί που πρέπει να λένε «Βάστα Μέρκελ» είναι ο απλός λαός. Ναι, μη δίνεις τη δόση, εάν δεν βεβαιωθείς ότι δεν θα τη διασπαθίσουν τα γνωστά λαμόγια, οι σύγχρονοι μαυραγορίτες και οι συνεργάτες τους.

- ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ Ο ΟΣΕ (ΒΑΣΤΑ ΜΕΡΚΕΛ): για πρώτη φορά ο ΟΣΕ εμφανίζει θετικό πρόσημο στα λειτουργικά του αποτελέσματα», τα οποία έφτασαν τα 25,1 εκατ. ευρώ, αντί ζημιών -121 εκατ. ευρώ το 2010 και -282 εκατ. ευρώ το 2009

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Υπάρχουν πάνω από δυο μεγάλες κατηγορίες φλαταδούρας.

Το λεπόν:

Φλαταδούρα τση γης και τση θάλασσας, ισάδι

Φλαταδούρα τση ανατομίας και του πνεύματος

Φλαταδούρα ως τεχνικό χαρακτηριστικό

  • Το επίπεδο παπούτσι, το αντί-γκαυλοτάκουνο.
  • Υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τις επίπεδες τηλεοράσεις από τους ελάστιχους εναπομείναντες μερακλήδες νοσταλγούς των αναλογικών CRT.

Φλαταδούρα τ. κολλήσαμε στα γίδια και τα γίδια

  • Η έλλειψη μεταβλητότητας στο ταμπλό του χρηματιστηρίου.
  • Η έλλειψη διακύμανσης σε ένα διάγραμμα που απεικονίζει δεδόμενα.

Εκ του αγγλικάνικου *flat *(συγγενεύει ετυμολογικά με το πλατύς) και του γαμοσλανγκοτέτοιου ***–δούρα*** (βλ. σκαταδούρα, φρεσκαδούρα, κ.ταλ.).

Σ.ς.: ο ανά οθόνης ορισμός οφείλει τα μάλα στην ανάρτηση τση Ζαζούλας στα Lexilogia. Ασίστ από Δ.Π.: δεινόσταυρος.

1.
Ωραία πλάνα αλλά δεν νομίζω οτι το μηχανάκι το έχει πολύ με το χώμα. Σε φλαταδούρα ακόμα και harley πάει

2.
Φλαταδούρα μεν , αλλά ....τούμπα στο τέλος

3.
Ορμώμενος από αυτό που είπες οτι τα ψαλίδια έπρεπε να μπουν στη φλαταδούρα, θες να πεις οτι τα ψαλίδια βρίσκονται σε κλίση 2,5% :shock: ... Ναι, τα ψαλίδια είναι στη κατηφόρα της γέφυρας του Κηφισού προς το Ρουφ
(συζήτηση σιδηροδρομανθρώπων)

4.
Το πέρασμα απέναντι στη Νάξο αποκτά ενδιαφέρον, αφού η φλαταδούρα της μπονάτσας δίνει τη θέση της στα κακοτράχαλα κοφτά κύματα του μαΐστρου.

5.
Τι να κάνω; Κότσο, ημίψηλο τακούνι (ούτε φλαταδούρα ούτε στιλέτο) και ντε πιες συνολάκια; :smoking:

6.
Ένα εξαιρετικά γλυκό παιδί που είχε την ατυχία να έχει γεννηθεί με τόσο τούμπανο φυσικά προσόντα που θα έκαναν μέχρι και την Salma Hayek να αισθανθεί φλαταδούρα μπροστά της.

7.
Άκουσα να με λένε “φλαταδούρα” από το αγγλικό “flat”, ότι δηλαδή τα κάνω όλα επίπεδα”, είπε και προσθεσε: “Εγώ τους κρατάω τους αρνητικούς τίτλους γιατί δεν θέλω να πετάω στα σύννεφα”
(Ζέτα Μακρυπούλια)

8.
Σας έλειψαν οι CRT τηλεοράσεις; Μήπως ώρες-ώρες ξυπνάει ο hipster που κρύβετε μέσα σας και ομολογεί πόσο πολύ σιχαίνεστε τη «φλαταδούρα» που έχετε στο σαλόνι σας; Κάπου εκεί στη μακρινή Κορέα, η LG σας κλείνει το μάτι και βροντοφωνάζει πως οι CRT υπάρχουν ακόμη

9.
Φλαταδούρα η συνεδρίαση σήμερα, στο συν μηδέν κόμμα μηδέν ένα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία